Μαγειρεύει, άραγε, ο Τόμας Πίντσον;

06/05/2018

Μια ωραία πιντσονική συνέντευξη του Δημήτρη Δημηρούλη στην Popaganda.

Advertisements

Ο Τόμας Πίντσον βραβεύεται

21/03/2018

Σύμφωνα με την εφημερίδα Washington Post, η Αμερικανική Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων πρόκειται να δώσει αυτή την Άνοιξη στον Πίντσον το Βραβείο Κρίστοφερ Λάιτφουτ Γουόκερ, το οποίο απονέμεται σε συγγραφείς ως αναγνώριση για το σύνολο του έργου τους.

Όπως λέει η εφημερίδα, ο συγγραφέας δεν αναμένεται να εμφανιστεί στην τελετή, η οποία θα γίνει στις 23 Μαΐου στη Νέα Υόρκη.


Αποχαιρετισμός στον Γιάννη Τσιώλη

19/02/2018

Πριν λίγες μέρες έφυγε από τη ζωή ο Γιάννης Τσιώλης. Ένα σύντομο βιογραφικό του μπορείτε να βρείτε εδώ οπότε δεν θα το επαναλάβω. Θα πω μόνο λίγα λόγια (που δεν φτάνουν, αλλά ούτε και τα πολλά θα έφταναν) για την καταλυτική επίδραση που άσκησε στην πορεία της ζωής μου.

Τον Γιάννη Τσιώλη τον γνώρισα στις αρχές του 1987. Εκείνος ήταν καθηγητής στο αγγλικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, κι εγώ πρωτοετής φοιτητής (αν θυμάμαι καλά, γιατί η ομίχλη της μνήμης πυκνώνει με το πέρασμα του χρόνου) στο μάθημα του αγγλικού (ή αμερικανικού — να κιόλας η ομίχλη που λέγαμε) πολιτισμού. Πέρα από τον συναρπαστικό τρόπο με τον οποίο έκανε μάθημα, ως ανήσυχο πνεύμα και ως θεατράνθρωπος φρόντισε από την αρχή να συστήσει μια θεατρική ομάδα. Δεν είχα καμιά σχέση με το θέατρο, αλλά δήλωσα κι εγώ συμμετοχή γοητευμένος από την παρουσία και τη διδασκαλία του. Το αποτέλεσμα ήταν στο τέλος του εξαμήνου να παρουσιάσουμε αποσπασματικά σκηνές από έργα του Σαίξπηρ (στα αγγλικά) στο μικρό αίθριο του νέου (τότε) κτιρίου της Φιλοσοφικής στην Πανεπιστημιούπολη. Το ταξίδι μας στο μαγικό κόσμο του θεάτρου συνεχίστηκε και τις επόμενες χρονιές με το Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας του Σαίξπηρ και με το Περιμένοντας τον Γκοντό του Μπέκετ. Μετά από αυτά εγώ δεν ασχολήθηκα περαιτέρω με το θέατρο, όμως σε εκείνες τις παραστάσεις άρχισε να βγάζει ρίζες το ταλέντο της μετέπειτα ηθοποιού (τότε συμφοιτήτριας) Άννας Μάσχα.

Στη διδασκαλία του ο Γιάννης Τσιώλης φανέρωνε ένα μυαλό κοφτερό, ελεύθερο και αδογμάτιστο, που έβλεπε με κριτική ματιά τα πράγματα, σπέρνοντας μέσα μας το σπόρο του ορθού λόγου, ο οποίος, βέβαια, στην περίπτωσή μου, άργησε λίγο να φυτρώσει — φύτρωσε όμως, κι έτσι ο σπόρος δεν πήγε χαμένος. Αυτό, βέβαια, τον έφερε σε σύγκρουση με διάφορα κατεστημένα (βλέπετε, το κατεστημένο δεν είναι ένα) που προσπάθησαν να τον πολεμήσουν, άλλοτε με επιτυχία κι άλλοτε όχι, και σε διάφορους βαθμούς γελοιότητας, χωρίς βέβαια να κάμψουν το πνεύμα του.

Αλλά δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτά. Θέλω να μιλήσω για κάτι άλλο. Ο Γιάννης μού άλλαξε τη ζωή, και μάλιστα δύο φορές.

Η πρώτη ήταν το φθινόπωρο του 1987, όταν αποφάσισε, αντί για κανονικό μάθημα, να κάνει ένα προαιρετικό σεμινάριο με περιορισμένη συμμετοχή και με θέμα το αμερικανικό μεταμοντέρνο μυθιστόρημα. Εκεί βαπτιστήκαμε στα ταραχώδη νερά του μεταμοντερνισμού, διαβάζοντας θεωρητικά κείμενα και διηγήματα, αλλά το κυρίως βάρος του μαθήματος έπεφτε σε ένα απίστευτο βιβλίο που άλλαξε σαρωτικά και για πάντα τον τρόπο με τον οποίο βλέπαμε τη λογοτεχνία: το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας του Τόμας Πίντσον.

Κανείς μας δεν είχε διαβάσει Πίντσον ως τότε, και μπορώ με κάθε βεβαιότητα να πω ότι όλοι μας συγκλονιστήκαμε. Ο Τσιώλης μάς είπε να διαβάσουμε τις πρώτες 80 σελίδες και στην επόμενη συνάντησή μας να του πούμε τι μας έκανε μεγαλύτερη εντύπωση. Από τις απαντήσεις μας προέκυψαν τα θέματα των γραπτών εργασιών μας. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έκανα εργασία, και τότε ήταν που αγόρασα για πρώτη (και τελευταία, γιατί το 1989 απέκτησα υπολογιστή) φορά γραφομηχανή, καθώς ξεκαθάρισε εξαρχής ότι οι εργασίες έπρεπε να τηρούν συγκεκριμένα πρότυπα — μεταξύ άλλων, έπρεπε να είναι δακτυλογραφημένες. Οι εμπειρίες μας σε εκείνο το σεμινάριο οδήγησαν στη διαμόρφωση μιας στενής φιλικής παρέας, και εκείνες οι εργασίες αποτέλεσαν τον βασικό κορμό γύρω από τον οποίο κτίστηκε η έκδοση ενός (βραχύβιου, δυστυχώς) περιοδικού με τίτλο Journal of the Metamodern.

Για να το πω πιο απλά, ο Γιάννης Τσιώλης ευθύνεται για τη γνωριμία μου με το έργο του Πίντσον, με το οποίο, όπως ξέρετε πολύ καλά, είμαι κολλημένος από τότε.

Η δεύτερη φορά που μου άλλαξε τη ζωή ο Γιάννης ήταν το 1988, όταν μου πρότεινε να ασχοληθώ με τη μετάφραση και με έφερε σε επαφή πρώτα με μια εταιρία ερευνών αγοράς, για την οποία μετέφραζα δημοσιογραφικού τύπου οικονομικά κείμενα (κάτι που συνέβαλε πολύ στην οικονομική μου ανεξαρτησία), και αργότερα, όταν αποφάσισα πως ήθελα να κάνω μόνο λογοτεχνική μετάφραση, με τα περιοδικά Διαβάζω και Ρεύματα. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν διάβασα τυχαία στην εφημερίδα ότι η Ιωάννα Χατζηνικολή είχε αποκτήσει τα δικαιώματα των βιβλίων του Πίντσον, δεν δίστασα καθόλου και της ζήτησα να μεταφράσω το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας.

Έτσι, ο Γιάννης Τσιώλης ευθύνεται και για την ενασχόλησή μου με τη μετάφραση. Χωρίς αυτόν, λοιπόν, η μισή μου ζωή (η άλλη μισή είναι η μουσική) δεν θα υπήρχε. Περιττό να πω πόσο τον ευχαριστώ γι’ αυτό.

Αφότου έπαψα ουσιαστικά να είμαι φοιτητής του (παρ’ όλο που δεν είχα τελειώσει ακόμη τυπικά τις σπουδές μου, μια που χρωστούσα μαθήματα για πολλά χρόνια αργότερα), ο Γιάννης με τίμησε με τη φιλία του. Βρισκόμασταν συχνά όποτε ερχόταν στην Αθήνα, και είχαμε πολύ καλές και ουσιαστικές συζητήσεις.

Θα έχει πάντα την ευγνωμοσύνη μου, και θα τον θυμάμαι πάντα με αγάπη.


Απανωτές προσγειώσεις

02/01/2018

Οι άνθρωποι κάποια στιγμή φεύγουν — αυτό είναι γνωστό. Φεύγουν από τη ζωή και αφήνουν πίσω τους ίχνη στην άμμο που θα χαθούν, θα γίνουν ένα με το νερό. Μερικές φορές η άμμος είναι πιο συμπαγής και διατηρεί το σχήμα τους για περισσότερο καιρό. Κάποτε για πάντα.

Ο θάνατος είναι προσγείωση. Και γι’ αυτούς που φεύγουν και γι’ αυτούς που μένουν. Προσγειώνομαι λοιπόν κι εγώ για λίγο, για να αποχαιρετήσω δύο σημαντικούς ανθρώπους που δεν είχα την τύχη να τους γνωρίσω προσωπικά αλλά που με το έργο τους άφησαν βαθιά ίχνη στην εσωτερική άμμο πολλών από μας, και που ο χαμός τους μάλιστα συνέπεσε με την απώλεια της μητέρας ενός παιδικού φίλου, στην οποία χρωστάω κι εγώ πολλά.

Αντίο, λοιπόν, στον Θανάση Χαρμάνη, ψυχή των εκδόσεων Ύψιλον, που πέρα από τα πολλά και σημαντικά βιβλία που έβγαλαν, ευθύνονται και για την πρώτη εμφάνιση του Πίντσον στην ελληνική γλώσσα, με τη Συλλογή των 49 στο σφυρί που κυκλοφόρησε το 1986.

Και αντίο στη σπουδαία μεταφράστρια Έφη Καλλιφατίδη, που μας χάρισε ποταμό ολόκληρο από εξαιρετικά βιβλία ξένων συγγραφέων στη μητρική μας γλώσσα.

Το έργο σας θα είναι πάντα εδώ και θα μας συντροφεύει.


Παρουσίαση της Συλλογής των 49 στο σφυρί

27/04/2017

 

Τη Δευτέρα, 8 Μαΐου, στα ογδοηκοστά γενέθλια του Τόμας Πίντσον, θα γίνει στο βιβλιοπωλείο «Μωβ Σκίουρος» (πλατεία Καρύτση 3) η επίσημη παρουσίαση της νέας Συλλογής των 49 στο σφυρί από τις εκδόσεις Gutenberg, σε μετάφραση Δημήτρη Δημηρούλη. Ας ηχήσουν οι (ταχυδρομικές) σάλπιγγες (με σουρντίνα).


Η Συλλογή των 49 ξανά στο σφυρί

23/03/2017

Όπως είχαν προαναγγείλει οι εκδόσεις Gutenberg, η Συλλογή των 49 στο σφυρί (όπως αποδόθηκε στα ελληνικά ο πρωτότυπος τίτλος Crying of Lot 49) του Thomas Pynchon επανακυκλοφόρησε, στην παλιά* καλή μετάφραση του Δημήτρη Δημηρούλη. Όσοι το ψάχνατε, τρέξτε. Εγώ, όπως βλέπετε, ήμουν από τους πρώτους.

* Στην εισαγωγή αναφέρεται ότι η μετάφραση είναι αναθεωρημένη από τον ίδιο το μεταφραστή.

(Με την ευκαιρία, θέλω να ευχαριστήσω τον Δημήτρη Δημηρούλη για τα καλά του λόγια.)

IMGP4372e1920.jpg


Μικρές προσδοκίες

22/03/2017

Πρόσφατα πήρε το μάτι μου μια κριτική αναγνώστη για το Ενάντια στη μέρα, η οποία ξεκινούσε με το παράπονο ότι όλη την ώρα περίμενε κάτι να συμβεί, αλλά τίποτα δεν συνέβη ως το τέλος του βιβλίου. Αυτή η φράση, ομολογώ, με σόκαρε, γιατί αυτό το «τίποτα δεν συνέβη» ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενα ότι θα μπορούσε να πει κανείς για το Ενάντια στη μέρα, ένα βιβλίο καταιγιστικό, όπου γίνεται πραγματικός χαμός από πληροφορίες, γεγονότα και δράση — με κίνδυνο ο αναγνώστης να χαθεί μέσα στον κυκεώνα, κ.λπ., να μην τα ξαναλέμε τώρα. Μου μπήκαν πάλι ψύλλοι στ’ αυτιά, ότι ίσως ο συγκεκριμένος αναγνώστης να διάβασε διαγώνια, όπως προστάζει η μόδα, αλλά λίγο πιο κάτω αποσαφηνίζει τι ακριβώς εννοεί: Το βιβλίο ξεκινάει βάζοντας τα θεμέλια για μια ιστορία εκδίκησης, αλλά αυτός ο στόχος τελικά μένει στο περιθώριο, αφού τα παιδιά του δολοφονημένου αναρχικού ξεχνούν το σκοπό τους και ασχολούνται «με τη ζωούλα τους». Και τελικά, λέει, το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό γιατί «δεν συμβαίνει τίποτα παραπάνω».

Σε ελεύθερη μετάφραση, λοιπόν, ο συγκεκριμένος αναγνώστης ήθελε απλώς να ξεκινήσει να διαβάζει μια ιστοριούλα, να παρακολουθήσει βήμα-βήμα την εξέλιξή της και να φτάσει σε ένα λυτρωτικό τέλος όπου όλα λύνονται με οργανικό τρόπο, τύπου και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Ήθελε δηλαδή ουσιαστικά να διαβάσει ένα καλό σενάριο. Όμως η λογοτεχνία δεν είναι σεναριογραφία. Και ο Πίντσον δεν γράφει σενάρια, αλλά μυθιστορήματα-ποταμούς, με όλες τις παγίδες που συνεπάγεται αυτό — ορμητικά νερά, μεγάλα βάθη, κοφτερά βράχια, ιλιγγιώδεις υδατοπτώσεις. Αν ξεκινήσεις να τα διαβάζεις με ανοιχτό μυαλό και όντας έτοιμος για τα πάντα, θα μαγευτείς. Αν ξεκινήσεις όμως με τόσο μικρές προσδοκίες, δηλαδή επιθυμώντας να διαβάσεις μια απλή γραμμική αφήγηση σε ήρεμα νερά, χωρίς σκοπέλους, όπου ο συγγραφέας θα σε πάρει από το χεράκι και θα σε καθοδηγήσει να πλατσουρίσεις ανώδυνα στα ρηχά ώσπου να νιώσεις την ικανοποίηση της ολοκλήρωσης, τότε δεν θα σε αγγίξει τίποτα.

Και αυτό είναι κρίμα.