Η μετάφραση ως πάλη

25/08/2018

[Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Απηλιώτης, του κατηργημένου πλέον ΕΚΕΜΕΛ. Καθώς δεν υπάρχει πλέον στον ιστότοπο, το αναδημοσιεύω εδώ.]

Η μετάφραση ως πάλη ενάντια στο άγριο τραγούδι του Τόμας Πίντσον

Είναι γνωστό ότι τα τελευταία 20 χρόνια η διαδικασία της μετάφρασης έχει αλλάξει. Βρίσκουμε τον εαυτό μας ολοένα και πιο εξαρτημένο από τις μηχανές αναζήτησης και το διαδίκτυο. Και, όταν πρόκειται για βιβλία δύσκολα, μεγάλα και απαιτητικά, εύλογα δημιουργείται η απορία πώς τα καταφέρναμε στην π.δ. (προ διαδικτύου) εποχή. Τα καταφέρναμε, φυσικά, αλλά μετά από ιδιαίτερα σκληρή πάλη με το κείμενο, με όπλα πολυάριθμα λεξικά και εγκυκλοπαίδειες, και συχνά χωρίς να είμαστε απολύτως βέβαιοι για τις μεταφραστικές μας επιλογές. Σήμερα, με το υπερόπλο αυτό που έχουμε στη διάθεσή μας, το οποίο τείνει να αντικαταστήσει εξ ολοκλήρου τα υπόλοιπα όπλα, η μάχη εξακολουθεί βέβαια να διεξάγεται με την ίδια σφοδρότητα, αλλά με πολύ καλύτερους όρους για μας τους μεταφραστές.

Έχω αναμετρηθεί με αρκετά κείμενα κατά καιρούς, αλλά κανένα δεν συγκρίνεται σε δυσκολία με τα μυθιστορήματα του Τόμας Πίντσον. Ο αναγνώστης συχνά χάνεται μέσα σε έναν κυκεώνα από πραγματικά και φανταστικά πρόσωπα, μέρη, γεγονότα και αντικείμενα, ενώ την κατάσταση δυσχεραίνει η περίπλοκη σύνταξη, στην οποία οι προτάσεις άλλοτε μένουν ελλιπείς και άλλοτε κατακερματίζονται σε παζλ για δυνατούς λύτες. Και, επειδή η μετάφραση είναι πρώτα απ’ όλα ανάγνωση, ο μεταφραστής τελικά συναντά τα ίδια προβλήματα, αλλά σε υπερθετικό βαθμό. Γιατί ο αναγνώστης έχει την πολυτέλεια να προσπεράσει μερικά πράγματα, αν χρειαστεί· ο μεταφραστής δεν μπορεί να το κάνει αυτό.

Ένα προφανές πρόβλημα είναι η απόδοση των κυρίων ονομάτων στα ελληνικά. Οι μεταφραστές από τα αγγλικά προς άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, που χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο, δεν έχουν πρόβλημα εδώ· απλώς τα γράφουν. Εμείς, που χρησιμοποιούμε διαφορετικό αλφάβητο, πρέπει να ψάξουμε να βρούμε την προφορά τους. Αυτό παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερη δυσκολία απ’ ότι φαίνεται με την πρώτη ματιά. Κάποια τοπωνύμια είναι παντελώς άγνωστα σ’ εμάς, και πρέπει να δούμε πώς τα προφέρουν οι Αμερικανοί (μια που μιλάμε για αμερικανό συγγραφέα)· άλλα είναι μεταγραφές από άλλες γλώσσες, πράγμα που δυσχεραίνει την έρευνα· άλλα είναι φανταστικά, οπότε δεν υπάρχει πλαίσιο αναφοράς· και σε μερικές περιπτώσεις κάποιες προφορές ή ορθογραφίες είναι διαδεδομένες στην Ελλάδα, χωρίς όμως να είναι οι σωστές. Πώς γράφει κανείς το Derbyshire, για παράδειγμα; Ντέρμπισαϊρ, ή Ντάρμπισιρ;

Και πολλές φορές η έρευνα για την προφορά δεν αρκεί. Στο Ενάντια στη Μέρα, προς το τέλος, αναφέρεται το τοπωνύμιο «Mount Washington». Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι πρόκειται για το γνωστό «Όρος Ουάσινγκτον». Μια σύντομη αναζήτηση στο διαδίκτυο, όμως, έδειξε ότι το «Όρος Ουάσινγκτον» βρίσκεται στο Νιου Χάμπσαϊρ, δηλαδή στο βορειοανατολικό άκρο των Η.Π.Α., ενώ η πλοκή του μυθιστορήματος στο συγκεκριμένο σημείο εκτυλισσόταν στην Καλιφόρνια. Όπως αποδείχτηκε, επρόκειτο για συνοικία του Λος Άντζελες, οπότε το «όρος» έγινε «μάουντ».

Το Ενάντια στη Μέρα ακολουθεί τους χαρακτήρες του σε διάφορα μέρη του κόσμου: Η.Π.Α., Μεξικό, Ισλανδία, Αγγλία, Γερμανία, Ελβετία, Ιταλία, Βαλκάνια, Ελλάδα, Ρωσία, Τουρκία, Κεντρική Ασία, Σιβηρία, Μαρόκο, καθώς και μέρη που δεν υπάρχουν καν στο χάρτη. Και όπου κι αν πηγαίνει η πλοκή, αναφέρονται τοπωνύμια, τοπικά φαγητά, και λέξεις και φράσεις στις ντόπιες γλώσσες, οι περισσότερες απ’ αυτές χωρίς μετάφραση στο πρωτότυπο. Αλλού βρίσκει κανείς τοπικά ονόματα φυτών και λουλουδιών, ονόματα χρωμάτων, ονομασίες ρούχων, και αναφορές σε ιστορικά γεγονότα. Όλα αυτά σημαίνουν έρευνα, έρευνα και ξανά έρευνα, μεγάλο μέρος της οποίας δεν περνά στη μετάφραση, αλλά πρέπει να γίνεται έτσι κι αλλιώς, ώστε να ξέρει ο μεταφραστής τι ακριβώς συμβαίνει ― κι ας χαθεί προσωρινά στο λαβύρινθο ο αναγνώστης, δεν πειράζει, αν αυτό επιδιώκει ο συγγραφέας. Και είναι πάντοτε καλό να έχει κανείς φίλους με γνώσεις που δεν διαθέτει ο ίδιος, καθώς χρειάστηκε να ζητήσω βοήθεια από συναδέλφους μουσικούς με μητρική γλώσσα τα ρωσικά, τα αλβανικά, τα σερβικά και τα γερμανικά, και από ένα φίλο με πτυχίο Ισπανικής Φιλολογίας, αλλά πραγματικά χωρίς το διαδίκτυο δεν υπήρχε περίπτωση να διερευνήσω ούτε τις μισές απ’ όλες αυτές τις πληροφορίες. Και βέβαια, υπάρχει και η επιστημονική ορολογία.

Ο Πίντσον παίζει πολύ με την επιστήμη, ειδικά με τη φυσική και τα μαθηματικά, ίσως γιατί και ο ίδιος σπούδασε μηχανολογία. Η φύση του φωτός και ο διανυσματικός λογισμός αποτελούν κεντρικά θέματα του Ενάντια στη Μέρα, καθώς η πλοκή εκτυλίσσεται την εποχή που γίνονταν οι σχετικές ανακαλύψεις. Όλη αυτή η ορολογία βρέθηκε χάρη στο διαδίκτυο, και με τη συνδρομή ενός φίλου μαθηματικού, ο οποίος βρήκε εκεί τη σωστή απόδοση του όρου quaternion (τετραδόνιο), που δεν τον είχα ακούσει ποτέ μου και που, φυσικά, δεν υπήρχε σε κανένα λεξικό.

Πέρα από τον πραγματολογικό εφιάλτη, όμως, η ιδιαίτερη γραφή του Τόμας Πίντσον έχει και καθαρά γλωσσικές δυσκολίες. Στην προσπάθειά του να βάλει τον αναγνώστη βαθιά στο κλίμα, το γλωσσικό του ύφος ακολουθεί την πλοκή κατά πόδας. Έτσι, συναντά κανείς αργκό διαφόρων ειδών και εποχών, όπως και ελλειπτικό προφορικό λόγο, που πολλές φορές θέλει μεγάλη προσπάθεια να καταλάβεις τελικά τι εννοεί, ενώ στα πιο λυρικά, σοβαρά ή φιλοσοφημένα κομμάτια οι περίοδοι μεγαλώνουν, σπάνε σε πάμπολλες δευτερεύουσες προτάσεις, και πρέπει πρώτα να αποδομήσεις τις παραγράφους ώστε να βρεις τι πηγαίνει πού, και μετά να τις δομήσεις ξανά από την αρχή, με τρόπο που να βγάζει νόημα στην ελληνική γλώσσα, η οποία έχει άλλη λογική και ακολουθεί άλλους κανόνες.

Τα λογοπαίγνια έχουν ταλαιπωρήσει αμέτρητους μεταφραστές ως σήμερα, και δυστυχώς φαίνεται πως του Πίντσον του αρέσουν πολύ. Μάλιστα, σε ένα σημείο στο Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, πλάθει μια ολόκληρη ιστορία επί μιάμιση σελίδα, εντελώς άσχετη με οτιδήποτε άλλο συμβαίνει στο βιβλίο, μόνο και μόνο για να μπορέσει στο τέλος να κάνει ένα αμφίβολης αξίας λογοπαίγνιο (που φυσικά, λόγω της μακροσκελούς προετοιμασίας του, δεν γινόταν με κανέναν τρόπο να περάσει στα ελληνικά). Το «αμφίβολης αξίας» δεν αποτελεί δική μου κρίση· ο Πίντσον συχνά χρησιμοποιεί χιούμορ που στα δικά μας μάτια φαντάζει παρωχημένο και αποτυχημένο, αλλά το κάνει εν γνώσει του. Το λέει και μόνος του, στο Ενάντια στη Μέρα:

Ο ίδιος ο Νάρβικ, που οι φήμες έλεγαν πως δεν κοιμόταν ποτέ, συνέχιζε να πηγαινοέρχεται νευρικά, όπως έκανε όλη νύχτα, χαιρετούσε τους πελάτες, έφερνε παραγγελίες από την κουζίνα, έπαιρνε χρήματα, και γενικά προσπαθούσε με αρκτικό χιούμορ να φτιάξει τη διάθεση όσων περίμεναν στην ουρά πολλή ώρα.

Και ακολουθούν τρία πραγματικά κρύα αστεία, τα οποία δεν ήταν δυνατόν να αποδοθούν στα ελληνικά, κι έτσι αντικαταστάθηκαν από τρία άλλα αστεία, εξίσου κρύα. Λίγο μετά, ένας χαρακτήρας λέει «Μάλλον θα πάρω δυο μερίδες Κρέας Όλαφ». Τέτοια συνταγή βέβαια δεν υπάρχει· πρόκειται για αναγραμματισμό του αγγλικού meat loaf, που είναι το ρολό, αλλά ο Πίντσον το έκανε Olaf γιατί η πλοκή σε εκείνο το σημείο εκτυλίσσεται στην Ισλανδία (άλλη μια σύνδεση με το προηγούμενο «αρκτικό χιούμορ»), και το Όλαφ είναι τυπικό σκανδιναβικό όνομα.

Ένα ακόμη σημαντικό χαρακτηριστικό της πιντσονικής αφήγησης, όπως γράφει και το οπισθόφυλλο του Ενάντια στη Μέρα, είναι ότι «οι χαρακτήρες σταματούν ό,τι κάνουν για να τραγουδήσουν ως επί το πλείστον ανόητα τραγούδια». Και αυτό σημαίνει ότι ο μεταφραστής καλείται να μεταφράσει στίχο, που είναι μια εντελώς διαφορετική μορφή γραφής και ζητά εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση. Ξαφνικά πρέπει να στριμώξεις τα νοήματα σε μέτρο και να επινοήσεις ομοιοκαταληξίες, όπως κάνει το πρωτότυπο, γιατί αλλιώς το τραγούδι δεν είναι τραγούδι. Η ελληνική γλώσσα, όμως, διαθέτει αφθονία πολυσύλλαβων λέξεων, ενώ η αγγλική δείχνει μια προτίμηση στις μονοσύλλαβες· αυτό σημαίνει ότι είναι πολύ ευκολότερο να σχηματίσεις στίχους με μικρό αριθμό μέτρων στα αγγλικά, και επομένως στα ελληνικά πρέπει είτε να αλλάξει το μέτρο, είτε να αφαιρεθούν λέξεις. Πρακτικά, ο μεταφραστής καλείται να ξαναγράψει το τραγούδι έτσι ώστε αυτό να μπορεί με κάποιον τρόπο να τραγουδηθεί στα ελληνικά.

Όταν ο Πίντσον μιλάει για «ανόητα τραγούδια», δεν υπερβάλλει. Στο Ενάντια στη Μέρα υπάρχει ένα χαρακτηριστικό δείγμα, το οποίο τραγουδά ένας φοιτητής μαθηματικών για ένα άγαλμα που απεικόνιζε ένα μικρό κορίτσι με κάτι χήνες στην κεντρική πλατεία του Γκέτινγκεν:

Α, ποτέ δεν κάνει αστεία

Με του Κάντορ τη θεωρία,

Ούτε έχει στο μαστέλο

Το αξίωμα του Τσερμέλο,

Έχει όμως εραστές

Του Φρομπένιους θαυμαστές,

Και τους έχει όλους μαγέψει

Σαν του Πουανκαρέ τη σκέψη,

Και παρόλο που αγνοεί

Την κατανομή Κοσί

Και του Ρίμαν τις διαστάσεις,

Δεν χρειαζόμαστε συστάσεις…

Τα φιλιά της λένε αντίο

Στου Γουιτάκερ το βιβλίο—

Το απρόβλεπτο συγκλίνει,

Θαύμα που μπορεί να γίνει,

Εψιλονικοί χοροί

Κι ευκαιρία για τρελή

Αγάπη…

Η φράση «ανόητα τραγούδια», όμως, είναι η μισή αλήθεια, γιατί ο Πίντσον διαρκώς πετάγεται με περισσή ευκολία από το αστείο στο σοβαρό, και από το γελοίο στο λυρικό. Σαν απόδειξη, κλείνω με ένα απόσπασμα από το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, ένα έργο το οποίο θεωρώ ασύγκριτο. Αλλά, βέβαια, ήταν το πρώτο βιβλίο του Πίντσον που μετέφρασα, και επομένως δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός απέναντί του:

Ο Σλόθροπ μπήκε στο βαγόνι που κουνιόταν μαζί με άλλες τριάντα κρύες και κουρελιασμένες ψυχές, με κόρες ματιών διεσταλμένες και χείλη γεμάτα πληγές. Κάποιοι απ’ αυτούς τραγουδούσαν. Πολλοί ήταν παιδιά. Ήταν ένα προσφυγικό τραγούδι, και ο Σλόθροπ θα το ακούει συχνά μέσα στη Ζώνη, στους καταυλισμούς, έξω στο δρόμο, σε δεκάδες παραλλαγές:

Ένα τρένο αν δεις απόψε,

Μακριά στον ουρανό,

στην κουβέρτα σου κοιμήσου,

και ας πάει στο καλό.

Τρένα μας καλούν τη νύχτα,

Χίλια μίλια μακριά,

Σε αδειανές περνάνε πόλεις,

Δίχως στάση πουθενά.

Οδηγός στη μηχανή τους

Δεν υπάρχει πια κανείς,

Τρένα δίχως επιβάτες,

Είν’ της νύχτας της πικρής.

Οι σταθμοί έρημοι στέκουν,

Και οι ράγες είν’ ψυχρές:

Συνεχίζουν ως το αύριο,

Κι εμείς μένουμε στο χθες.

Για τη νύχτα είναι φτιαγμένα,

Για να χύνουν δάκρυα κρύα.

Κι εμείς είμαστε φτιαγμένοι

για τραγούδι κι αμαρτία.

Γιώργος Κυριαζής

Advertisements

Ο σπόρος της καταστροφής

25/08/2018

[Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια σύντομη παρουσίαση του Έμφυτου Ελαττώματος και δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Βιβλιοθήκη» της εφημερίδας Ελευθεροτυπία στις 21/5/2011. Επειδή ο ιστότοπος της εφημερίδας (όπως και η ίδια η εφημερίδα) δεν υπάρχει πλέον, το αναδημοσιεύω εδώ.]

Λος Άντζελες, 1970. Πρόεδρος της Αμερικής είναι ο Νίξον, και κυβερνήτης της Καλιφόρνιας ο Ρίγκαν. Η διαφθορά, η καταπίεση και η απληστία αρχίζουν να εξαπλώνονται, και οι φόνοι του Τσαρλς Μάνσον αποτελούν την ταφόπλακα στην αντικουλτούρα των χίπηδων, τους οποίους όλοι οι «νορμάλ» άνθρωποι αρχίζουν πλέον να βλέπουν με καχυποψία και φόβο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εκτυλίσσεται το Έμφυτο Ελάττωμα του Τόμας Πίντσον. Πρόκειται για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα στα χνάρια του Ντάσιελ Χάμετ και του Ρέιμοντ Τσάντλερ, αλλά βέβαια δεν είναι ένα τυπικό βιβλίο του είδους, και ο πρωταγωνιστής του, ο Λάρι «Ντοκ» Σπορτέλο, δεν είναι ούτε Σαμ Σπέιντ ούτε Φίλιπ Μάρλοου. Τα βασικά στοιχεία, παρόμοια με αυτά που βρίσκουμε στα φιλμ νουάρ, είναι παρόντα: δράση, μυστήριο, φόνοι, εξαφανίσεις, ανατροπές, μπλεξίματα, πάλη ανάμεσα στη διαφθορά και την ηθική ακεραιότητα, γυναίκες από το παρελθόν, και επιπλέον λαθρεμπόριο, ξέπλυμα χρημάτων, τοκογλυφία, ναρκωτικά, τρέλα, αλλά οι ομοιότητες σταματούν εδώ. Οι χαρακτήρες του Πίντσον δεν κάθονται στα μπαρ πίνοντας ουίσκι, αλλά βλέπουν τηλεόραση καπνίζοντας μαριχουάνα. Η μουσική υπόκρουση δεν είναι η πονεμένη και αισθαντική τζαζ που βλέπουμε στις ταινίες, αλλά διάφορα υπαρκτά ή φανταστικά συγκροτήματα ποπ, σερφ, ροκ και λάτιν. Και ο πρωταγωνιστής είναι ένα απομεινάρι της γεμάτης χρώμα, αγάπη και αθωότητα εποχής των χίπηδων, χωρίς ούτε ίχνος από τον κυνισμό που χαρακτηρίζει άλλους, διασημότερους και παλαιότερους, συναδέλφους του.

Το Έμφυτο Ελάττωμα εντάσσεται στα «καλιφορνέζικα» βιβλία του Πίντσον, μαζί με τη Συλλογή των 49 στο Σφυρί και το Βάινλαντ. Το χαρακτηριστικό αυτής της τριλογίας είναι ότι αποτελούν πιο «ελαφριά» αναγνώσματα (σε σύγκριση, πάντοτε, με τα άλλα βιβλία του συγγραφέα, στα οποία εύκολα χάνεσαι) και έχουν πιο γραμμική πλοκή και πιο εμφανείς πρωταγωνιστές σε σχέση με το Ενάντια στη Μέρα ή το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, για παράδειγμα. Ο αναγνώστης θα έρθει για άλλη μια φορά αντιμέτωπος με το πιντσονικό σύμπαν, αλλά αυτή τη φορά θα το προσεγγίσει πιο εύκολα, και λόγω του μικρότερου μεγέθους του βιβλίου, και λόγω της νουάρ τεχνοτροπίας που υιοθετεί ο συγγραφέας. Αλλά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γραφής του Πίντσον (οι εμμονές του, θα ’λεγε κανείς, που τις βρίσκουμε σε όλα του τα μυθιστορήματα) είναι εδώ: οι καθημερινοί άνθρωποι προσπαθούν να ζήσουν τη ζωή τους αντιμέτωποι με φανερούς και κρυφούς μηχανισμούς εξουσίας, η γλώσσα είναι άλλοτε πολύπλοκη κι άλλοτε ελλειπτική, υπάρχει μια διάχυτη ελαφρότητα κι ένα τρελό κέφι σε μόνιμη αντίστιξη με μια βαριά σκοτεινιά που μοιάζει να ανατέλλει στον ορίζοντα, κυριαρχεί η τρελή φαντασία και η επινοητικότητα, που σε σημεία απογειώνει την αφήγηση, και επίσης γίνεται μια σχεδόν εγκυκλοπαιδική παράθεση προσώπων, πραγμάτων και καταστάσεων, καθώς και συνεχείς αναφορές στην ποπ κουλτούρα, την υποκουλτούρα και την αντικουλτούρα.

Η διαφορά εδώ είναι ότι μάλλον υπάρχει και υλικό από τη ζωή και τις αναμνήσεις του ίδιου του συγγραφέα. Απ’ ό,τι λέγεται (γιατί με τον Τόμας Πίντσον δεν μπορεί ποτέ κανείς να είναι σίγουρος), την εποχή που έγραφε το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, δηλαδή στα τέλη της δεκαετίας του 1960, έμενε στην Παραλία Μανχάταν του Λος Άντζελες. Αυτή η περιοχή είναι το σκηνικό όπου διαδραματίζεται το Έμφυτο Ελάττωμα, μόνο που ο Πίντσον της έχει δώσει το όνομα Γκορντίτα. Η περιοχή και η εποχή μαζί ορίζουν το όλο κλίμα του βιβλίου, το οποίο είναι διαποτισμένο από την κουλτούρα του σερφ, της μαριχουάνας και του ροκ εν ρολ.

Σε βαθύτερο επίπεδο, το Έμφυτο Ελάττωμα αποπνέει νοσταλγία· όχι μόνο τη νοσταλγία του συγγραφέα για τη νιότη του και τον τόπο όπου έζησε, αλλά νοσταλγία (και μαζί θλίψη) για μια εποχή, ή μια ευκαιρία, που χάθηκε: η δεκαετία του 1960 έσβησε άδοξα, το όνειρό της δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα, η Αμερική ακολούθησε το δρόμο της υποταγής στην απληστία. Και, το χειρότερο, αυτό ήταν αναπόφευκτο. Γι’ αυτό και ο Πίντσον διάλεξε αυτό τον τίτλο, που αναφέρεται σε προϊόντα ιδιαίτερα ευπαθή λόγω κατασκευής ή λόγω της ίδιας της φύσης τους.

Τα πάντα έχουν μέσα τους το σπόρο της καταστροφής τους.

Γιώργος Κυριαζής


The Zone – τα τεύχη

25/08/2018

Ο ιστότοπος του The Zone, του μοναδικού ελληνικού ηλεκτρονικού περιοδικού για τον Τόμας Πίντσον, είναι πλέον ανενεργός. Τα τεύχη του περιοδικού, όμως, μπορείτε να τα κατεβάσετε σε μορφή pdf από αυτούς τους συνδέσμους:
1ο τεύχος
2ο τεύχος
3ο τεύχος
4ο τεύχος
5ο τεύχος


Μαγειρεύει, άραγε, ο Τόμας Πίντσον;

06/05/2018

Μια ωραία πιντσονική συνέντευξη του Δημήτρη Δημηρούλη στην Popaganda.


Ο Τόμας Πίντσον βραβεύεται

21/03/2018

Σύμφωνα με την εφημερίδα Washington Post, η Αμερικανική Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων πρόκειται να δώσει αυτή την Άνοιξη στον Πίντσον το Βραβείο Κρίστοφερ Λάιτφουτ Γουόκερ, το οποίο απονέμεται σε συγγραφείς ως αναγνώριση για το σύνολο του έργου τους.

Όπως λέει η εφημερίδα, ο συγγραφέας δεν αναμένεται να εμφανιστεί στην τελετή, η οποία θα γίνει στις 23 Μαΐου στη Νέα Υόρκη.


Αποχαιρετισμός στον Γιάννη Τσιώλη

19/02/2018

Πριν λίγες μέρες έφυγε από τη ζωή ο Γιάννης Τσιώλης. Ένα σύντομο βιογραφικό του μπορείτε να βρείτε εδώ οπότε δεν θα το επαναλάβω. Θα πω μόνο λίγα λόγια (που δεν φτάνουν, αλλά ούτε και τα πολλά θα έφταναν) για την καταλυτική επίδραση που άσκησε στην πορεία της ζωής μου.

Τον Γιάννη Τσιώλη τον γνώρισα στις αρχές του 1987. Εκείνος ήταν καθηγητής στο αγγλικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, κι εγώ πρωτοετής φοιτητής (αν θυμάμαι καλά, γιατί η ομίχλη της μνήμης πυκνώνει με το πέρασμα του χρόνου) στο μάθημα του αγγλικού (ή αμερικανικού — να κιόλας η ομίχλη που λέγαμε) πολιτισμού. Πέρα από τον συναρπαστικό τρόπο με τον οποίο έκανε μάθημα, ως ανήσυχο πνεύμα και ως θεατράνθρωπος φρόντισε από την αρχή να συστήσει μια θεατρική ομάδα. Δεν είχα καμιά σχέση με το θέατρο, αλλά δήλωσα κι εγώ συμμετοχή γοητευμένος από την παρουσία και τη διδασκαλία του. Το αποτέλεσμα ήταν στο τέλος του εξαμήνου να παρουσιάσουμε αποσπασματικά σκηνές από έργα του Σαίξπηρ (στα αγγλικά) στο μικρό αίθριο του νέου (τότε) κτιρίου της Φιλοσοφικής στην Πανεπιστημιούπολη. Το ταξίδι μας στο μαγικό κόσμο του θεάτρου συνεχίστηκε και τις επόμενες χρονιές με το Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας του Σαίξπηρ και με το Περιμένοντας τον Γκοντό του Μπέκετ. Μετά από αυτά εγώ δεν ασχολήθηκα περαιτέρω με το θέατρο, όμως σε εκείνες τις παραστάσεις άρχισε να βγάζει ρίζες το ταλέντο της μετέπειτα ηθοποιού (τότε συμφοιτήτριας) Άννας Μάσχα.

Στη διδασκαλία του ο Γιάννης Τσιώλης φανέρωνε ένα μυαλό κοφτερό, ελεύθερο και αδογμάτιστο, που έβλεπε με κριτική ματιά τα πράγματα, σπέρνοντας μέσα μας το σπόρο του ορθού λόγου, ο οποίος, βέβαια, στην περίπτωσή μου, άργησε λίγο να φυτρώσει — φύτρωσε όμως, κι έτσι ο σπόρος δεν πήγε χαμένος. Αυτό, βέβαια, τον έφερε σε σύγκρουση με διάφορα κατεστημένα (βλέπετε, το κατεστημένο δεν είναι ένα) που προσπάθησαν να τον πολεμήσουν, άλλοτε με επιτυχία κι άλλοτε όχι, και σε διάφορους βαθμούς γελοιότητας, χωρίς βέβαια να κάμψουν το πνεύμα του.

Αλλά δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτά. Θέλω να μιλήσω για κάτι άλλο. Ο Γιάννης μού άλλαξε τη ζωή, και μάλιστα δύο φορές.

Η πρώτη ήταν το φθινόπωρο του 1987, όταν αποφάσισε, αντί για κανονικό μάθημα, να κάνει ένα προαιρετικό σεμινάριο με περιορισμένη συμμετοχή και με θέμα το αμερικανικό μεταμοντέρνο μυθιστόρημα. Εκεί βαπτιστήκαμε στα ταραχώδη νερά του μεταμοντερνισμού, διαβάζοντας θεωρητικά κείμενα και διηγήματα, αλλά το κυρίως βάρος του μαθήματος έπεφτε σε ένα απίστευτο βιβλίο που άλλαξε σαρωτικά και για πάντα τον τρόπο με τον οποίο βλέπαμε τη λογοτεχνία: το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας του Τόμας Πίντσον.

Κανείς μας δεν είχε διαβάσει Πίντσον ως τότε, και μπορώ με κάθε βεβαιότητα να πω ότι όλοι μας συγκλονιστήκαμε. Ο Τσιώλης μάς είπε να διαβάσουμε τις πρώτες 80 σελίδες και στην επόμενη συνάντησή μας να του πούμε τι μας έκανε μεγαλύτερη εντύπωση. Από τις απαντήσεις μας προέκυψαν τα θέματα των γραπτών εργασιών μας. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έκανα εργασία, και τότε ήταν που αγόρασα για πρώτη (και τελευταία, γιατί το 1989 απέκτησα υπολογιστή) φορά γραφομηχανή, καθώς ξεκαθάρισε εξαρχής ότι οι εργασίες έπρεπε να τηρούν συγκεκριμένα πρότυπα — μεταξύ άλλων, έπρεπε να είναι δακτυλογραφημένες. Οι εμπειρίες μας σε εκείνο το σεμινάριο οδήγησαν στη διαμόρφωση μιας στενής φιλικής παρέας, και εκείνες οι εργασίες αποτέλεσαν τον βασικό κορμό γύρω από τον οποίο κτίστηκε η έκδοση ενός (βραχύβιου, δυστυχώς) περιοδικού με τίτλο Journal of the Metamodern.

Για να το πω πιο απλά, ο Γιάννης Τσιώλης ευθύνεται για τη γνωριμία μου με το έργο του Πίντσον, με το οποίο, όπως ξέρετε πολύ καλά, είμαι κολλημένος από τότε.

Η δεύτερη φορά που μου άλλαξε τη ζωή ο Γιάννης ήταν το 1988, όταν μου πρότεινε να ασχοληθώ με τη μετάφραση και με έφερε σε επαφή πρώτα με μια εταιρία ερευνών αγοράς, για την οποία μετέφραζα δημοσιογραφικού τύπου οικονομικά κείμενα (κάτι που συνέβαλε πολύ στην οικονομική μου ανεξαρτησία), και αργότερα, όταν αποφάσισα πως ήθελα να κάνω μόνο λογοτεχνική μετάφραση, με τα περιοδικά Διαβάζω και Ρεύματα. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν διάβασα τυχαία στην εφημερίδα ότι η Ιωάννα Χατζηνικολή είχε αποκτήσει τα δικαιώματα των βιβλίων του Πίντσον, δεν δίστασα καθόλου και της ζήτησα να μεταφράσω το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας.

Έτσι, ο Γιάννης Τσιώλης ευθύνεται και για την ενασχόλησή μου με τη μετάφραση. Χωρίς αυτόν, λοιπόν, η μισή μου ζωή (η άλλη μισή είναι η μουσική) δεν θα υπήρχε. Περιττό να πω πόσο τον ευχαριστώ γι’ αυτό.

Αφότου έπαψα ουσιαστικά να είμαι φοιτητής του (παρ’ όλο που δεν είχα τελειώσει ακόμη τυπικά τις σπουδές μου, μια που χρωστούσα μαθήματα για πολλά χρόνια αργότερα), ο Γιάννης με τίμησε με τη φιλία του. Βρισκόμασταν συχνά όποτε ερχόταν στην Αθήνα, και είχαμε πολύ καλές και ουσιαστικές συζητήσεις.

Θα έχει πάντα την ευγνωμοσύνη μου, και θα τον θυμάμαι πάντα με αγάπη.


Απανωτές προσγειώσεις

02/01/2018

Οι άνθρωποι κάποια στιγμή φεύγουν — αυτό είναι γνωστό. Φεύγουν από τη ζωή και αφήνουν πίσω τους ίχνη στην άμμο που θα χαθούν, θα γίνουν ένα με το νερό. Μερικές φορές η άμμος είναι πιο συμπαγής και διατηρεί το σχήμα τους για περισσότερο καιρό. Κάποτε για πάντα.

Ο θάνατος είναι προσγείωση. Και γι’ αυτούς που φεύγουν και γι’ αυτούς που μένουν. Προσγειώνομαι λοιπόν κι εγώ για λίγο, για να αποχαιρετήσω δύο σημαντικούς ανθρώπους που δεν είχα την τύχη να τους γνωρίσω προσωπικά αλλά που με το έργο τους άφησαν βαθιά ίχνη στην εσωτερική άμμο πολλών από μας, και που ο χαμός τους μάλιστα συνέπεσε με την απώλεια της μητέρας ενός παιδικού φίλου, στην οποία χρωστάω κι εγώ πολλά.

Αντίο, λοιπόν, στον Θανάση Χαρμάνη, ψυχή των εκδόσεων Ύψιλον, που πέρα από τα πολλά και σημαντικά βιβλία που έβγαλαν, ευθύνονται και για την πρώτη εμφάνιση του Πίντσον στην ελληνική γλώσσα, με τη Συλλογή των 49 στο σφυρί που κυκλοφόρησε το 1986.

Και αντίο στη σπουδαία μεταφράστρια Έφη Καλλιφατίδη, που μας χάρισε ποταμό ολόκληρο από εξαιρετικά βιβλία ξένων συγγραφέων στη μητρική μας γλώσσα.

Το έργο σας θα είναι πάντα εδώ και θα μας συντροφεύει.