Ο Τόμας Πίντσον στην Αυγή

23/01/2011

Η σελίδα των συνδέσμων εμπλουτίστηκε με δυο ακόμη ενδιαφέροντα άρθρα από τη σημερινή Αυγή. Ο Κώστας Βούλγαρης μιλά για την προβολή του συγγραφέα στη σημερινή εποχή και φέρνει ως παραδείγματα αντίθετων άκρων τον Παμούκ και τον Πίντσον, ενώ ο Γιώργος Μαραγκός μιλά για τη συνέπεια που δείχνει ο Πίντσον προς τις εμμονές του.

Καλές αναγνώσεις.


Ενάντια στην εξουσία: η πολιτική ματιά του Τόμας Πίντσον

08/01/2011

[Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο 3ο τεύχος του περιοδικού The Books’ Journal, με τίτλο «Οι σωστές ερωτήσεις – Ο πολιτικός Πίντσον».]

Ο Τόμας Πίντσον είναι ιδιάζουσα περίπτωση στο χώρο της λογοτεχνίας. Από τη μια η εντελώς πρωτότυπη γραφή του, πυκνή και δύσκολη, με προτάσεις που σπάνε κατακερματίζοντας τη σκέψη του αναγνώστη, και με συνεχείς αναφορές σε ένα ευρύτατο σύμπλεγμα γνωστικών πεδίων που μοιάζει να περιλαμβάνει σχεδόν το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας, και από την άλλη η εμμονή του να μην εμφανίζεται (παρά μόνο σε έναν στενό κύκλο ανθρώπων οι οποίοι σέβονται απόλυτα αυτή την απόφασή του και τον προστατεύουν από τη δημοσιότητα), να μη φωτογραφίζεται και να μη δίνει συνεντεύξεις, έχουν δημιουργήσει ένα θρύλο γύρω από το όνομά του. Κατά καιρούς εμφανίζονται μερικές λεπτομέρειες σχετικά με τη ζωή του, αλλά αυτές συνήθως αφορούν στο παρελθόν. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, πως γεννήθηκε το 1937 στο Λονγκ Άιλαντ, φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ, υπηρέτησε στο Αμερικανικό Ναυτικό και εργάστηκε για ένα διάστημα στην Μπόινγκ ως συγγραφέας τεχνικών κειμένων, ενώ πρόσφατα πληροφορηθήκαμε ότι το 1970 έμενε στο Μανχάταν Μπιτς, στην επαρχία του Λος Άντζελες, όπου ζούσε μάλλον φτωχικά, τρεφόταν με κάνναβη, καφέ, τσιγάρα μέντας και χάμπουργκερ με τυρί και τσίλι, και έγραφε μανιωδώς. Οι φωτογραφίες του που κυκλοφορούν είναι από την εποχή των σπουδών του, και από τότε δεν έχει φωτογραφηθεί για κανένα έντυπο. Το 1997 τον έπιασε η κάμερα του CNN στη Νέα Υόρκη, αλλά μετά από αίτημά του το κανάλι απέκρυψε ποιος από τους (πολλούς) ανθρώπους που φαίνονταν στα πλάνα ήταν ο Τόμας Πίντσον.

Η έλλειψη πληροφόρησης σχετικά με τον συγγραφέα, όμως, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση τροχοπέδη στην απόλαυση του κειμένου, με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι ο αναγνώστης θα δείξει αποφασιστικότητα και δεν θα φοβηθεί τους σκοπέλους που θα κληθεί να αντιμετωπίσει. Η ανάγνωση ενός από τα μεγάλα μυθιστορήματα του Τόμας Πίντσον μοιάζει με καβάφειο ταξίδι στην Ιθάκη: ο δρόμος είναι μακρύς, και γεμάτος περιπέτειες, αλλά φτάνεις κάποτε στο τέλος πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο, έχοντας συσσωρεύσει την πολύτιμη εμπειρία από έναν κόσμο που δεν είναι ακριβώς ο πραγματικός, αλλά…

«…ο κόσμος όπως θα μπορούσε να είναι». Έτσι καταλήγει το οπισθόφυλλο του Ενάντια στη Μέρα, και έτσι θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει στο σύνολό του το έργο του Πίντσον. Πρόκειται για ένα ολόκληρο σύμπαν, που πατάει στον πραγματικό κόσμο αλλά ταυτόχρονα τον υπερβαίνει, συμπλέκοντας την πραγματικότητα με τη φαντασία σε βαθμό που να μην μπορεί κανείς να ξεχωρίσει με την πρώτη ματιά πού τελειώνει η μία και πού αρχίζει η άλλη. Επιπλέον, υπάρχει στο κείμενο μια φαινομενική αποστασιοποίηση από τα γεγονότα και τις αιτίες τους, που συχνά υποβαθμίζονται στο ρόλο του φόντου. Αυτή η αποστασιοποίηση όμως οφείλεται απλώς στο ύφος του Πίντσον, ο οποίος συνήθως καταφεύγει στην απλή παράθεση, αντί της ανάλυσης, και μάλιστα πολλές φορές με υπονοούμενα, καλώντας έτσι τον αναγνώστη να συμμετάσχει ενεργά στη διαδικασία της ανάγνωσης και να συμπληρώσει μόνος του τα κενά.

Τα πιντσονικά μυθιστορήματα περιέχουν πάμπολλες και λεπτομερείς πληροφορίες για ιστορικά και φανταστικά πρόσωπα και γεγονότα, και γι’ αυτό έχουν επανειλημμένα χαρακτηριστεί «εγκυκλοπαιδικά», αλλά στη βάση τους υπάρχει πάντοτε η προσπάθεια κάποιων απλών ανθρώπων να χαράξουν την πορεία τους μέσα σε ένα περιβάλλον που ελέγχεται από μηχανισμούς εξουσίας, άλλοτε φανερούς, κι άλλοτε μυστικούς κι απρόσωπους. Και μέσα από την περιγραφή αυτής της προσπάθειας γίνεται φανερό ότι ο Πίντσον συντάσσεται με τους απλούς κι αδύναμους ανθρώπους ενάντια στην εκμετάλλευση και την αδικία.

Αυτή η εικόνα προβάλλει με ιδιαίτερη σαφήνεια στο Μέισον και Ντίξον, όπου η καταδίκη της δουλείας είναι απερίφραστη. Όταν οι δυο πρωταγωνιστές βρίσκονται στη Νότιο Αφρική, ο Ολλανδός που τους φιλοξενεί στέλνει το βράδυ στο κρεβάτι του Μέισον μια μαύρη σκλάβα. Ο σκοπός είναι να μείνει έγκυος μαζί του και να γεννήσει παιδί με πιο ανοιχτόχρωμο δέρμα, έτσι ώστε να πιάσει μεγαλύτερη τιμή στην αγορά, αλλά το σχέδιο αποτυγχάνει χάρη στη σθεναρή αντίσταση του Μέισον (σελ. 78-79). Αργότερα, στην Αμερική, ο Ντίξον θα χτυπήσει ένα δουλέμπορο, θα του πάρει το μαστίγιο και θα απελευθερώσει τους σκλάβους του (σελ. 762-766). Εδώ, όπως και στο Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας και στο V., αποδοκιμάζεται ρητά η αποικιοκρατία, και γενικότερα η υπεροψία του δυτικού ανθρώπου απέναντι στους άλλους πολιτισμούς, οι οποίοι αντιμετωπίζονται πάντοτε με συμπάθεια: Ινδιάνοι, Ασιάτες, Αφρικανοί, Βαλκάνιοι, θύματα της αποικιοκρατίας και της καταπίεσης, κατορθώνουν να διασώσουν έναν τρόπο ζωής που παρουσιάζεται ως πιο ανθρώπινος, έχοντας διατηρήσει το βίωμα, τη μαγεία και τη στενή επαφή με τη φύση που ο δυτικός άνθρωπος έχει πια χάσει.

Η απώλεια αυτής της επαφής φαίνεται και από το γεγονός ότι ο δυτικός άνθρωπος προσπαθεί να επιβληθεί στη φύση, να την τιθασεύσει και να την εκμεταλλευτεί. Η ευθεία γραμμή («το σχήμα της περιφρόνησης», σελ. 672) που χαράζουν ο Μέισον και ο Ντίξον ανάμεσα στην Πενσυλβάνια και το Μέριλαντ χαρακτηρίζεται μεγάλο σφάλμα που διαιρεί αφύσικα τη γη και ανοίγει τη δίοδο για την επέλαση κάποιου μεγάλου κακού. Στο Ενάντια στη Μέρα, ο σιδηρόδρομος, αντί να ενώνει τους τόπους, τους χωρίζει, εξίσου αφύσικα. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το ακόλουθο απόσπασμα από το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας:

Την εποχή των γκάουτσο, η χώρα μου ήταν μια λευκή κόλα χαρτί. Τα πάμπας εκτείνονταν όσο έφτανε ο νους, αστείρευτα, χωρίς φράχτες. Όπου μπορούσε να φτάσει με το άλογο ο γκάουτσο, εκείνο το μέρος του ανήκε. Αλλά το Μπουένος Άιρες ήθελε να έχει την ηγεμονία των επαρχιών. Όλες εκείνες οι νευρώσεις περί ιδιοκτησίας δυνάμωναν, και άρχισαν να μολύνουν την ύπαιθρο. Στήθηκαν φράχτες, και ο γκάουτσο έγινε λιγότερο ελεύθερος. Αυτή είναι η εθνική μας τραγωδία. Έχουμε τη μανία να φτιάχνουμε λαβυρίνθους εκεί που πριν υπήρχαν μόνο ανοιχτή πεδιάδα και ουρανός. Για να χαράξουμε ακόμα πιο περίπλοκα σχέδια πάνω στο λευκό χαρτί. Δεν μπορούμε να αντέξουμε αυτόν τον τόσο ανοιχτό χώρο: μας γεμίζει με τρόμο. (Σελ. 353-354)

Το οποίο συνδέεται στενά με το ακόλουθο απόσπασμα από το Ενάντια στη Μέρα:

[Ο σιδηρόδρομος] εισέβαλλε παντού, διέλυε πόλεις και άγρια κοπάδια και υδροκρίτες, δημιουργούσε οικονομικό πανικό και στρατιές ανέργων ανδρών και γυναικών, και γενιές σκληρών και ψυχρών ανθρώπων χωρίς αρχές, που κατοικούσαν στις πόλεις και κυβερνούσαν έχοντας στα χέρια τους ανεξέλεγκτη εξουσία, έπαιρνε τα πάντα αδιακρίτως και τα πουλούσε, τα έσφαζε, ή τα οδηγούσε πολύ πέρα από εκεί που θα μπορούσε να φτάσει η αγάπη. (Σελ. 1058)

Για τον Πίντσον, τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα διαδραματίζουν πάντοτε σκοτεινό ρόλο, κινούμενα στα σκοτεινά σοκάκια της ιστορίας. Όπως κι αν λέγονται — Εταιρία Ανατολικών Ινδιών, IG Farben, General Motors, Ένωση Ιδιοκτητών Ορυχείων — έχουν κοινό στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους και την άσκηση πραγματικού ελέγχου πέρα και πάνω από την πολιτική εξουσία, αδιαφορώντας για τις ευρύτερες συνέπειες. Αυτά τα συμφέροντα, όμως, δεν κατονομάζονται πάντοτε, κι αυτό διότι δεν είναι πάντοτε φανερά. Στο Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, πέρα από συγκεκριμένες επώνυμες εταιρίες, υπάρχει συνεχής αναφορά σε κάποιο συλλογικό «Εκείνοι», το οποίο αντιδιαστέλλεται προς ένα εξίσου συλλογικό «Εμείς», καθώς η Δύναμη της εξουσίας δίνει την αφορμή να δημιουργηθεί μια Αντιδύναμη, μια δύναμη αντίστασης, που όμως αποτυγχάνει οικτρά, καθώς γρήγορα αποκτά κι εκείνη τα χαρακτηριστικά της εξουσίας την οποία υποτίθεται πως αντιμάχεται.

Αυτή την απογοήτευση απέναντι στην οργανωμένη αντίσταση κατά της εξουσίας, καθώς και την απέχθεια προς κάθε είδους ολοκληρωτισμό, ο Πίντσον ίσως την κληρονόμησε από τον Όργουελ, όπως φαίνεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την εισαγωγή που έγραψε το 2003 για την επανέκδοση του 1984:

Ο Όργουελ θεωρούσε τον εαυτό του μέλος της «αντιφρονούσας αριστεράς», που ήταν κάτι διαφορετικό από την «επίσημη αριστερά», δηλαδή το βρετανικό Εργατικό Κόμμα, το οποίο, πριν ακόμη τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, είχε αρχίσει να του φαίνεται δυνητικά, αν όχι ήδη, φασιστικό. Λίγο-πολύ συνειδητά, έβρισκε αναλογίες ανάμεσα στους Εργατικούς και στο Κομμουνιστικό Κόμμα υπό τον Στάλιν ― και τα δυο, κατά τη γνώμη του, ήταν κινήματα που ισχυρίζονταν ότι πολεμούσαν στο πλευρό των εργατικών τάξεων ενάντια στον καπιταλισμό, αλλά στην πραγματικότητα ενδιαφέρονταν αποκλειστικά να εγκαθιδρύσουν και να διατηρήσουν τη δική τους εξουσία. Οι μάζες υπήρχαν μόνο και μόνο για να χρησιμοποιούνται, για τον ιδεαλισμό τους, για το ταξικό τους μίσος, για την προθυμία τους να δουλεύουν φτηνά και να ξεπουλιούνται, ξανά και ξανά.
[…]
Ο Όργουελ το 1948 καταλάβαινε ότι, παρά την ήττα του Άξονα, η ροπή προς το φασισμό δεν είχε εξαφανιστεί, ότι όχι μόνο δεν είχαν περάσει πια οι μέρες της δόξας του, αλλά δεν είχαν έρθει καν ― η διαφθορά του πνεύματος, ο ακαταμάχητος εθισμός των ανθρώπων στην εξουσία, ήταν ήδη σε ισχύ από καιρό […] σαν προσχέδια ενός φριχτού μέλλοντος.

Μπορεί ο Πίντσον σε αυτό το σημείο να αφήνει να φανεί πως συμμερίζεται τη σοσιαλδημοκρατική στάση του Όργουελ, αλλά στο Ενάντια στη Μέρα δείχνει ιδιαίτερη συμπάθεια προς τους αναρχικούς βομβιστές των τελών του 19ου αιώνα. Εδώ η βία είναι σοβαρή, όχι κωμική όπως στο Βάινλαντ. Οποιοσδήποτε δεν είναι πλούσιος γίνεται αναγκαστικά σοσιαλιστής από την κοινωνική αδικία που επικρατεί, και ο καπιταλισμός καταστρέφει τη μαγεία και παράγει πλούτο χωρίς συνείδηση, πλούτο που χτίζεται με απληστία πάνω στην εκμετάλλευση και το θάνατο των άλλων. Και, βέβαια, δεν υπάρχουν αθώοι αστοί:

Αν δεν αφιερώνεις κάθε ανάσα σου κάθε μέρα και κάθε νύχτα στην προσπάθεια να καταστρέψεις εκείνους που σφαγιάζουν τους αθώους με την ίδια ευκολία που υπογράφουν μια επιταγή, τότε πόσο αθώος νομίζεις πως είσαι; (Σελ. 103)

Η μη καταδίκη της βίας μπορεί να προσβάλλει τις σημερινές δημοκρατικές μας ευαισθησίες, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι το Ενάντια στη Μέρα εκτυλίσσεται σε μια εποχή που η βία ήταν κοινός τόπος, και το αναρχικό κίνημα αποτελούσε τη μόνη δυναμική απάντηση στην απάνθρωπη μεταχείριση των εργατών, πολλοί από τους οποίους, βέβαια, ήταν μετανάστες:

Παντού υπήρχαν άντρες της πολιτοφυλακής, σκυθρωποί νεαροί με κηλιδωμένες και κουρελιασμένες στολές, αξύριστοι, άυπνοι, ψάχνοντας αφορμή για να συλλάβουν τους απεργούς, οι οποίοι ήταν Έλληνες και Βούλγαροι, Σέρβοι και Κροάτες, Μαυροβούνιοι και Ιταλοί. «Εκεί πέρα στην Ευρώπη», εξήγησε ο Γιούμπολ, «όλοι αυτοί σκοτώνονται μεταξύ τους για κάτι μπερδεμένες πολιτικές θέσεις που κανείς τους δεν τις καταλαβαίνει. Αλλά μόλις έρχονται εδώ, μέχρι να πεις “κύμινο”, αφήνουν στην άκρη όλα εκείνα τα αρχαία μίση και γίνονται αδέρφια στον αγώνα, γιατί καταλαβαίνουν πολύ καλά ποια ακριβώς είναι η κατάσταση εδώ». (Σελ. 1141)

Το «εδώ» είναι η Αμερική, και πιθανώς ολόκληρο το έργο του Πίντσον μπορεί να ιδωθεί ως μια κριτική στην κατεύθυνση που έχει πάρει η Αμερική, και μαζί της όλος ο δυτικός κόσμος. Στην ιστορική της διαδρομή υπήρξαν πολλές ευκαιρίες να μεταλλαχθεί σε κάτι διαφορετικό, κάτι πιο ανθρώπινο, δίκαιο κι ελεύθερο, αλλά οι ευκαιρίες αυτές πέρασαν ανεκμετάλλευτες. Το σημερινό αποτέλεσμα είναι ένας νέου τύπου συντηρητισμός, που γεννήθηκε στην οκταετία Μπους· αυτόν το συντηρητισμό ο Πίντσον τον κατακεραυνώνει εμμέσως πλην σαφώς. Στην εισαγωγή στο 1984, η οποία γράφτηκε ενάμιση χρόνο μετά το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους, αποδοκιμάζει τη νοοτροπία που λέει ότι, εφόσον μια χώρα βρίσκεται ουσιαστικά σε εμπόλεμη κατάσταση, οι πολίτες δεν πρέπει να αμφισβητούν την ηγεσία τους, ακόμη κι αν αυτή παίρνει μέτρα που μπορούν να χαρακτηριστούν φασιστικά, όπως ο διαβόητος Πατριωτικός Νόμος. Στο Ενάντια στη Μέρα, αφού μιλήσει για μια φανταστική (στο πλαίσιο του μυθιστορήματος) Αμερικανική Δημοκρατία «αμετάκλητα υπό τον έλεγχο των δυνάμεων του κακού και της ηλιθιότητας» (σελ. 1163), βάζει έναν χαρακτήρα να αναπολεί «την εποχή που η χώρα ήταν ελεύθερη, πριν την κλέψουν οι καπιταλιστές ευαγγελικοί Ρεπουμπλικάνοι για τις μακροπρόθεσμες μοχθηρές τους επιδιώξεις» (σελ. 1206). Και προς το τέλος του βιβλίου, παρουσιάζει ξανά την ωμή πραγματικότητα, όπως αυτή εκφράζεται από την πένα ενός μικρού μαθητή ο οποίος γράφει μια έκθεση απαντώντας στην ερώτηση «Τι σημαίνει να είσαι Αμερικανός»:

Σημαίνει να κάνεις ό,τι σου λένε και να παίρνεις ό,τι σου δίνουν και να μην κατεβαίνεις σε απεργία, αλλιώς οι στρατιώτες θα σε πυροβολήσουν και θα σε σκοτώσουν. (Σελ. 1224)

Σε ό,τι αφορά το μέλλον, τουλάχιστον ως προς τη σχέση μας με την εξουσία, ο Πίντσον μόνο απαισιόδοξες προβλέψεις έχει να κάνει, καθώς στην εισαγωγή στο 1984 αναφέρεται στο διαδίκτυο ως «μια ανακάλυψη που προδιαγράφει κοινωνικό έλεγχο σε κλίμακα που εκείνοι οι γραφικοί τύραννοι του 20ού αιώνα με τα κωμικά μουστάκια μόνο να ονειρευτούν μπορούσαν». Αλλά βέβαια, ήταν αναμενόμενο πως ο Πίντσον θα παρέμενε πιστός στην παράνοιά του (δηλαδή στην πεποίθηση πως όλα συνδέονται), την οποία άλλωστε είχε τελειοποιήσει ήδη από την εποχή του Ουράνιου Τόξου της Βαρύτητας (το πρωτότυπο εκδόθηκε το 1973) με μια φράση που περιέχει πολύ περισσότερα και πολύ βαθύτερα νοήματα απ’ ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά:

Παροιμίες για Παρανοϊκούς, 4: αν σε καταφέρουν να κάνεις λάθος ερωτήσεις, δε χρειάζεται να ανησυχούν για τις απαντήσεις.