Υπεραιχμή

28/04/2014

Αυτός θα είναι ο ελληνικός τίτλος του Bleeding Edge, του πιο πρόσφατου μυθιστορήματος του Thomas Pynchon, που θα κυκλοφορήσει κάπου το φθινόπωρο από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Είναι ένας τίτλος που με ταλαιπώρησε αρκετά, και όπως συμβαίνει συνήθως έχει και πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Ας δούμε όμως λίγο τον αγγλικό τίτλο, πρώτα.

«Bleeding edge» είναι όρος της τεχνολογίας (ή, πιο σωστά, όρος της τεχνολογικής δημοσιογραφίας) που φτιάχτηκε κατ’ αναλογία με τους όρους «leading edge» και «cutting edge», που σημαίνουν ο πρώτος την τεχνολογική πρωτοπορία και ο δεύτερος αυτό που αποδόθηκε, στα ελληνικά, ως «τεχνολογία αιχμής». Bleeding edge, λοιπόν, είναι η τεχνολογία που είναι τόσο καινούργια, πρωτοποριακή, πειραματική, αδοκίμαστη και αναξιόπιστη ώστε η υιοθέτησή της να εγκυμονεί κινδύνους. Όπως λέει κι ο ίδιος ο Πίντσον μέσα στο βιβλίο,

«Άγνωστη χρησιμότητα, υψηλό ρίσκο, κάτι που μόνο όσοι είναι εθισμένοι στην πρωτοπορία μπορούν να νιώσουν άνετα μ’ αυτό».

Ταυτόχρονα, βέβαια, είναι κι ένα αποτελεσματικό λογοπαίγνιο, καθώς εμπεριέχει και την έννοια του αίματος που στάζει από την κόψη κάποιου σπαθιού ή ξυραφιού, πράγμα που υπονοεί φόνο και παραπέμπει έμμεσα στην τρομοκρατική επίθεση στους δίδυμους πύργους την 11η Σεπτεμβρίου του 2001.

Μετά από πολλή σκέψη, κατέληξα στον όρο «Υπεραιχμή». Το σκεπτικό μου ήταν το εξής:

Κατ’ αρχάς, η λέξη αυτή σήμερα δεν γουγλίζεται, δηλαδή δεν είναι σε χρήση και θεωρείται ανύπαρκτη. Θυμάμαι όμως καθαρά ότι τη δεκαετία του ’90 την χρησιμοποιούσαν σε περιοδικά πληροφορικής ακριβώς για να μεταφέρουν την έννοια «bleeding edge» ― δηλαδή το «cutting-edge technology» το απέδιδαν ως «τεχνολογία αιχμής» και το «bleeding-edge technology» ως «τεχνολογία υπεραιχμής».

Τα αρνητικά λοιπόν είναι ότι α) σήμερα δεν υπάρχει η λέξη και β) χάνεται το λογοπαίγνιο με το αίμα.

Τα θετικά είναι ότι α) ξαφνιάζει, ακριβώς γιατί δεν υπάρχει σήμερα αυτή η λέξη, και β) διατηρεί τη σχέση με την «αιχμή» (λόγω της γνωστής έκφρασης «τεχνολογία αιχμής» ή «στην αιχμή της τεχνολογίας»), και επομένως με τον πρωτότυπο τίτλο, από τον οποίο δεν ήθελα να ξεφύγω ― γιατί η εναλλακτική λύση θα ήταν ένας τίτλος σχετικός με το περιεχόμενο του βιβλίου αλλά άσχετος με τον πρωτότυπο τίτλο, όπως κάνουν συχνά στις ταινίες, πράγμα που δεν μου αρέσει καθόλου. Όσο για το λογοπαίγνιο με το αίμα, αυτό νομίζω ότι θα χανόταν έτσι κι αλλιώς, όπως γίνεται συνήθως με τα λογοπαίγνια.

Υπεραιχμή, λοιπόν. Αυτά προς το παρόν. Επιστρέφω στη μετάφραση.

Advertisements

Ακατανόητα πράγματα…

15/04/2014

Η εφημερίδα Καθημερινή αποφάσισε στις 6 Απριλίου να δημοσιεύσει μια κριτική για το Bleeding Edge. Πρόκειται για μια ξεκάθαρα αρνητική κριτική, όμως ο βασικός λόγος για τον οποίο θέλω να τη σχολιάσω δεν είναι αυτός ― είναι το ότι αυτή η κίνηση της εφημερίδας με γέμισε ερωτηματικά:

α) Το κείμενο είναι μετάφραση από άρθρο (ή ιστολόγιο, δεν κατάλαβα καλά) του περιοδικού Economist, και η ημερομηνία του πρωτότυπου κειμένου είναι 25 Σεπτεμβρίου 2013. Γιατί λοιπόν δημοσιεύεται τόσον καιρό αργότερα, στις 6 Απριλίου 2014, όταν το βιβλίο δεν είναι πια επίκαιρο, καθώς έχουν περάσει σχεδόν επτά μήνες από την αγγλική του έκδοση, ενώ η ελληνική έκδοση αναμένεται σε περίπου επτά μήνες από τώρα, δηλαδή το φθινόπωρο;

β) Γιατί επιλέχθηκε αυτός ο (επιεικώς) απαράδεκτος τίτλος; Ο τίτλος του πρωτότυπου άρθρου είναι «Blood on the tracks», με υπότιτλο «New fiction from Thomas Pynchon». Ποιος νοσηρός εγκέφαλος σκέφτηκε να βάλει τον τίτλο «Απογοητευτικός Τόμας Πίντσον»;

γ) Γιατί επιλέχθηκε αυτή η κριτική, από τις πάμπολλες (θετικές και αρνητικές) που έχουν γραφτεί για το βιβλίο; Και γιατί πάρθηκε από οικονομικό έντυπο, και όχι από κάποιο θεωρούμενο έγκυρο έντυπο με παράδοση στις βιβλιοκριτικές;

δ) Γιατί δεν απευθύνθηκαν οι υπεύθυνοι της εφημερίδας σε Έλληνες βιβλιοκριτικούς που έχουν διαβάσει το βιβλίο στα αγγλικά και ξέρουν περί τίνος πρόκειται;

Αλλά ας πούμε και δυο λόγια για την ίδια την κριτική. Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, τα βασικά παράπονα του κριτικογράφου είναι τα εξής:

1. Το βιβλίο δεν αποκτά ενδιαφέρον (από πλευράς πλοκής) παρά μόνο προς το τέλος του.

2. Τα συγγραφικά «κόλπα» του Πίντσον έχουν παλιώσει, δεν έχει να δείξει κάτι καινούργιο, κι έτσι αυτό το βιβλίο δεν προσθέτει τίποτε στα παλιότερά του.

3. Η γλώσσα του Πίντσον υστερεί, δεν είναι συναρπαστική, ιδίως στους διαλόγους.

4. Οι περιγραφές και οι σκέψεις που διατυπώνονται σε σχέση με τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου είναι κοινότοπες.

5. Ο παλιός Πίντσον ίσως θα ήταν σε θέση να γράψει ένα μυθιστόρημα για το τι συμβαίνει πραγματικά στο Βαθύ Διαδίκτυο. Ενώ εδώ δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο, τίποτα ενδιαφέρον σχετικά.

Ας δούμε λοιπόν αυτά τα σημεία ένα-ένα:

1. Το να τελειώνει ένα βιβλίο με άλυτα ερωτηματικά, ή λίγο πριν βρεθεί κάποια λύση, ή μόλις τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται πολύ ενδιαφέροντα, είναι κλασικό τρικ και το έχουν κάνει κι αλλοι συγγρσφείς, ανάμεσά τους και ο ίδιος ο Πίντσον, και μάλιστα σε ένα από τα δύο παλιότερα μυθιστορήματα που εκθειάζει στην κριτική του και ο εν λόγω κριτικογράφος: στο Crying of Lot 49 (Η συλλογή των 49 στο σφυρί). Δεν βλέπω γιατί είναι αρνητικό κάτι τέτοιο.

2. Η γραφή του Πίντσον, τα κόλπα που λέω και πιο πάνω, αποτελούν σημαντικό μέρος αυτού που ονομάζουμε «προσωπικό στιλ». Δεν βλέπω γιατί ένας συγγραφέας θα πρέπει να αλλάξει το στιλ του, ιδίως όταν αυτό το στιλ ήταν, και παραμένει, ιδιαίτερο, ιδιοφυές, αμίμητο και άμεσα αναγνωρίσιμο.

3. Η γλώσσα του Πίντσον στους διαλόγους ποτέ δεν ήταν συναρπαστική. Πλακατζίδικη ήταν, αστεία, πειραχτική, αφαιρετική, με υπονοούμενα, και έτσι ακριβώς είναι και τώρα. Δεν βλέπω πού είναι το πρόβλημα. Εκεί που κατά τη γνώμη μου ήταν πάντοτε συναρπαστικός, και παραμένει, είναι όταν τον πιάνει ο λυρισμός του, ή όταν αρχίζει να περιγράφει ή να αφηγείται με κριτική διάθεση.

4. Αυτό το λάθος το έχουν κάνει κι άλλοι κριτικοί, ίσως γιατί νομίζουν ότι ένα μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη του 2001 θα πρέπει υποχρεωτικά να έχει ως κεντρικό θέμα την 11η Σεπτεμβρίου. Αντίστοιχα, παλιότερα κάποιοι κριτικοί θεωρούσαν ότι ένα μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται κατά μεγάλο μέρος του στη Γερμανία την περίοδο 1943-1945 (Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας) θα πρέπει υποχρεωτικά να έχει ως κεντρικό θέμα του το Ολοκαύτωμα. Και οι δυο αυτές απόψεις είναι τραγικά άστοχες. Το Gravity’s Rainbow δεν είναι ένα βιβλίο για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και το Bleeding Edge δεν είναι ένα βιβλίο για την 11η Σεπτεμβρίου. Οι «μπανάλ» περιγραφές και σκέψεις εξυπηρετούν μια χαρά το σκοπό τους, που δεν είναι να αναλύσουν, αλλά απλώς να θυμίσουν, ώστε να δώσουν το απαραίτητο πλαίσιο.

5. Το ίδιο περίπου ισχύει κι εδώ. Πιστεύω ότι η αναφορά του Πίντσον στο Βαθύ Διαδίκτυο έχει σκοπό περισσότερο να εξάψει τη φαντασία και την περιέργεια του αναγνώστη, παρά να αποτελέσει χειρουργικό νυστέρι. Άλλωστε, αν θέλω να μάθω τι γίνεται εκεί μέσα, δεν θα πάρω να διαβάσω κανένα μυθιστόρημα, αλλά το βιβλίο κάποιου ειδικού στο θέμα.

Συμπερασματικά, αν θέλετε να πάρετε μια ιδέα γύρω από το βιβλίο, ρίξτε μια ματιά στην ανάρτηση με τις κριτικές για το Bleeding Edge στα αγγλικά, καθώς και τις σχετικές ελληνόφωνες κριτικές στη σελίδα των συνδέσμων, και αγνοήστε τη συγκεκριμένη κριτική.