Ένα απόσπασμα από το Inherent Vice

06/07/2010

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το τελευταίο βιβλίο του Τόμας Πίντσον, το Inherent Vice, το οποίο μεταφράζω αυτή την εποχή για λογαριασμό των Εκδόσεων Καστανιώτη. Επρόκειτο να μπει, ως προδημοσίευση, στο πρόσφατο αφιέρωμα στη λογοτεχνική μετάφραση του περιοδικού «Το Δέντρο», αλλά την τελευταία στιγμή έμεινε εκτός, λόγω πληθώρας ύλης. Ίσως μπει σε κάποιο προσεχές τεύχος, ίσως όχι. Πάντως, ακόμη και χωρίς Πίντσον, το αφιέρωμα ήταν εξαιρετικό. 🙂 Πολύ καλό επίσης είναι και το τελευταίο τεύχος του περιοδικού, που είναι αφιερωμένο στον Καρυωτάκη.

Περισσότερα για τον τίτλο του βιβλίου, που με προβληματίζει αρκετά, στο επόμενο ποστ.

***

Το επόμενο πρωί, καθώς περίμενε τον καφέ να γίνει, ο Ντοκ έτυχε να κοιτάξει από το παράθυρο, και είδε τον Σόντσο Σμάιλαξ, μέσα στο κλασικό του ανοιχτό αυτοκίνητο, ένα καστανό Μάστανγκ 289 με εσωτερικό από μαύρο βινύλιο και με ένα χαμηλό και αργό κροτάλισμα από την εξάτμιση, να προσπαθεί να παρκάρει έτσι ώστε μην κλείνει το στενό. «Σοντς! Ανέβα για έναν καφέ».
Ο Σόντσο ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά και εμφανίστηκε λαχανιασμένος στο κατώφλι, κρατώντας ένα χαρτοφύλακα. «Δεν ήξερα αν θα ήσουν εδώ».
«Ούτε εγώ. Τι τρέχει;»
Ο Σόντσο ήταν έξω όλη μέρα κι όλη νύχτα μαζί με ένα απόσπασμα ομοσπονδιακών πάνω σε ένα κραυγαλέα υπερεξοπλισμένο σκάφος που ανήκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, και είχαν πάει σε ένα μέρος που τους είχε υποδειχθεί ως το σημείο όπου υποτίθεται πως είχε βουλιάξει το Χρυσό Δόντι. Οι δύτες που έστειλαν για να ρίξουν μια ματιά, καθώς το φως έσβηνε πάνω από τον ωκεανό, τώρα ανέβαζαν ένα-ένα μεταλλικά κουτιά που περιείχαν τυλιγμένα πακέτα με χαρτονομίσματα των Η.Π.Α., ίσως τα ίδια που έψαχναν ακόμα ο Κούκι και ο Χοακίν για λογαριασμό του Μπλόντι-σαν. Μόνο που, μόλις άνοιξαν τα κουτιά, είδαν κατάπληκτοι πως, αντί για τους συνήθεις μεγαλοσχήμονες, τον Ουάσινγκτον, τον Λίνκολν, τον Φραγκλίνο και τους λοιπούς, όλα αυτά τα χαρτονομίσματα, ασχέτως της ονομαστικής τους αξίας, είχαν πάνω τους το πρόσωπο του Νίξον. Για μια στιγμή, ολόκληρη η ομοσπονδιακή ομάδα κρούσης έμεινε άναυδη, και όλοι στο σκάφος άρχισαν να αναρωτιούνται μήπως είχαν παραισθήσεις. Ο Νίξον κοίταζε φρενιασμένα κάτι που μάλλον βρισκόταν λίγο έξω από την κορνίζα που τον περιέβαλλε, και έμοιαζε να προσπαθεί να το αποφύγει, με τα μάτια του να μην εστιάζουν πουθενά, λες κι είχε κάνει κι ο ίδιος χρήση κάποιας καινούργιας ασιατικής ψυχεδελικής ουσίας.
Σύμφωνα με τις επαφές του Σόντσο, για κάποιο διάστημα η CIA έβαζε το πρόσωπο του Νίξον σε πλαστά βορειοβιετναμέζικα χαρτονομίσματα, στο πλαίσιο του σχεδίου της να αποσταθεροποιήσει το νόμισμα του εχθρού ρίχνοντας εκατομμύρια από δαύτα κατά τη διάρκεια των συνηθισμένων αεροπορικών επιδρομών στο Βορρά. Αλλά αυτή η νιξονοποίηση αμερικανικών χαρτονομισμάτων δεν μπορούσε να εξηγηθεί τόσο εύκολα, ούτε και να γίνει κατανοητή.
«Τι είναι αυτό; Πάλι τα κατάφερε η CIA, αυτά εδώ είναι άχρηστα».
«Δεν τα θες; Θα τα πάρω εγώ».
«Και τι θα τα κάνεις;»
«Θα ξοδέψω όσα μπορώ πριν το καταλάβει κανείς».
Κάποιοι θεώρησαν πως ήταν φάρσα κινέζων κομμουνιστών με σκοπό να πληγεί το αμερικανικό δολάριο. Η χαρακτική ήταν τόσο εξαίσια που σίγουρα θα έπρεπε να είναι διαβολικής απωανατολίτικης προέλευσης. Σύμφωνα με άλλους, τα χρήματα αυτά μπορεί να κυκλοφορούσαν ως προσωρινά χρηματόγραφα εδώ και καιρό σε ολόκληρη τη νοτιοανατολική Ασία, και ίσως και να ήταν ανταλλάξιμα και στις Η.Π.Α..
«Και ας μην ξεχνάμε την αξία τους στην αγορά των συλλεκτών».
«Παραείναι περίεργο για τα γούστα μου».
«Και κοίτα να δεις», είπε αργότερα ο Σόντσο στον Ντοκ – «ο νόμος λέει ότι για να μπει το πρόσωπό σου στο νόμισμα των Η.Π.Α. πρέπει να είσαι νεκρός. Επομένως, στο σύμπαν όπου αυτά εδώ είναι νόμιμα, ο Νίξον θα πρέπει να έχει πεθάνει, σωστά; Οπότε, νομίζω ότι αυτό εδώ είναι συμπαθητική μαγεία από κάποιον που θέλει να δει τον Νίξον νεκρό».
«Δεν είναι και λίγοι αυτοί, Σοντς. Μπορώ να πάρω μερικά;»
«Πάρε όσα θες. Πήγαινε στην αγορά και γλέντα το. Βλέπεις τα παπούτσια που φοράω; Θυμάσαι εκείνα τα παντοφλέ που φοράει ο Δρ. Νο στην ταινία Δρ. Νο του 1962; Ναι, καλά το κατάλαβες! Είναι ολόιδια! Τα αγόρασα στη Λεωφόρο Χόλιγουντ δίνοντας ένα από αυτά τα εικοσαδόλαρα με τον Νίξον – κανείς δεν τα εξέτασε, τίποτα, είναι εκπληκτικό. Α! Κοντεύει η ώρα για τη σαπουνόπερά μου, δεν σε πειράζει, ε;» Χωρίς καμία καθυστέρηση, έφυγε για το μετρό.
Ο Σόντσο ήταν πιστός τηλεθεατής της δραματικής σειράς Ο Δρόμος για την Καρδιά του. Αυτή την εβδομάδα – όπως ενημέρωνε τον Ντοκ στα διαλείμματά τους – η Χέδερ έχει εκμυστηρευτεί στην Άιρις τις υποψίες της σχετικά με το ρολό κρέατος, καθώς και το ρόλο του Τζούλιαν, ο οποίος πήρε το μπουκάλι με το ταμπάσκο και άλλαξε το περιεχόμενό του. Η Άιρις δεν εκπλήσσεται καθόλου, φυσικά, καθώς κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Τζούλιαν μαγείρευαν εναλλάξ, κι έτσι αυτοί οι δυο τσακωμένοι πρώην σύζυγοι είχαν κυριολεκτικά εκατοντάδες μαγειρικές διαφορές να λύσουν μεταξύ τους. Στο μεταξύ, η Βίκι και ο Στίβεν συζητούν ακόμα ποιος χρωστά σε ποιον πέντε δολάρια από μια παραλαβή πίτσας που έγινε πριν από εβδομάδες, κατά την οποία ο σκύλος, ο Γουτζίν, έπαιξε σημαντικό ρόλο.
Ο Ντοκ ήταν στην τουαλέτα και κατουρούσε κατά τη διάρκεια ενός διαφημιστικού διαλείμματος, και ξαφνικά άκουσε τον Σόντσο να ουρλιάζει προς την τηλεόραση. Γύρισε πίσω και βρήκε το δικηγόρο του να ξεκολλάει εκείνη τη στιγμή τη μύτη του από την οθόνη.
«Όλα εντάξει;»
«Αχ…» είπε και κατέρρευσε στον καναπέ, «είναι εκείνο το κωλο-καρτούν, ο Τσάρλι ο Τόνος, ρε φίλε».
«Τι;»
«Υποτίθεται ότι είναι αθώο όλο αυτό, ένας ανερχόμενος σνομπ, με τα μοδάτα του γυαλιά και το μπερέ του, που προσπαθεί απελπισμένα να δείξει ότι έχει καλό γούστο, μόνο που είναι και δυσλεξικός, κι έτσι μπερδεύει το ‘καλό γούστο’ με την ‘καλή γεύση’, αλλά δεν είναι μόνο αυτό! Πρόκειται για κάτι πολύ, πολύ χειρότερο! Ο Τσάρλι έχει αυτή την, πώς να την πω, μανιακή επιθυμία να πεθάνει! Ναι! Θέλει να τον ψαρέψουν, να τον επεξεργαστούν, να τον βάλουν σε κονσέρβα, και όχι σε οποιαδήποτε κονσέρβα, καταλαβαίνεις, πρέπει οπωσδήποτε να είναι Στάρκιστ! Φίλε, μιλάμε για αυτοκτονική αφοσίωση στη μάρκα, μια βαθυστόχαστη παραβολή για τον καταναλωτικό καπιταλισμό, δεν τους αρκεί τίποτα, θέλουν να μας ψαρέψουν όλους, να μας κόψουν κομματάκια και να μας στοιβάξουν στα ράφια του Σουπερμάρκετ Αμερική, και το φριχτό είναι ότι, υποσυνείδητα, εμείς θέλουμε να μας το κάνουν αυτό…».
«Πω-πω, ρε Σοντς, αυτό…».
«Το σκεφτόμουν καιρό τώρα. Και κάτι άλλο. Γιατί να υπάρχει Κοτόπουλο της Θάλασσας, αλλά όχι Τόνος του Αγρού;»
«Χμ…» Κι όμως, ο Ντοκ άρχισε να το σκέφτεται.
«Και μην ξεχνάς», του θύμισε ο Σόντσο με σκοτεινό ύφος, «ότι ο Τσαρλς Μάνσον και οι Βιετκόνγκ ονομάζονται επίσης ‘Τσάρλι’».
Όταν η εκπομπή τελείωσε, ο Σόντσο είπε: «Λοιπόν, τι γίνεται, Ντοκ, πρόκειται να σε συλλάβουν ξανά;»
«Με τον ‘Μεγαλοπόδαρο’ στο κατόπι μου, μπορεί να σε χρειαστώ ανά πάσα στιγμή».
«Α, παραλίγο να το ξεχάσω. Θυμάσαι το Χρυσο Δόντι; Φαίνεται πως έγινε ένα ναυτικό ασφαλιστικό συμβόλαιο γι’ αυτό λίγο πριν σαλπάρει, που κάλυπτε μόνο αυτό το συγκεκριμένο ταξίδι στο οποίο υποτίθεται πως βρισκόταν εκεί και η πρώην κυρά σου, και ο δικαιούχος είναι κάποια επιχείρηση με το όνομα Χρυσό Δόντι και έδρα το Μπέβερλι Χιλς».
«Και το συμβόλαιο λέει πως αν βουλιάξει θα πάρουν ένα σωρό λεφτά;»
«Ακριβώς».
Μάλιστα. Όλο αυτό, λοιπόν, μπορεί να ήταν μια ασφαλιστική απάτη. Μπορεί η Σάστα να βγήκε εγκαίρως στην ακτή, σε κάποιο νησί, και εκείνη τη στιγμή να ψάρευε μικρά τέλεια ψάρια σε κάποια λιμνοθάλασσα και να τα μαγείρευε με μάνγκο και καυτερές πιπεριές και ψιλοκομμένη καρύδα. Μπορεί να κοιμόταν στην παραλία και να κοίταζε αστέρια που κανείς εδώ στο σκοτεινιασμένο απ’ το νέφος Λος Άντζελες δεν ήξερε καν πως υπήρχαν. Μπορεί να μάθαινε να ταξιδεύει από νησί σε νησί με κάποιο μεγάλο κανό με πανί, να διαβάζει τα ρεύματα και τους ανέμους, και να αισθάνεται τα μαγνητικά πεδία σαν πουλί. Μπορεί το Χρυσό Δόντι να είχε σαλπάρει προς το πεπρωμένο του, παίρνοντας μαζί του όσους δεν είχαν βρει ακόμη το δρόμο προς την ακτή βαθύτερα στο κακό, στην αδιαφορία, στην κατάχρηση και στην απελπισία που χρειάζονταν για να γίνουν ακόμη περισσότερο ο εαυτός τους. Όποιοι κι αν ήταν. Μπορεί η Σάστα να είχε ξεφύγει απ’ όλα αυτά. Μπορεί να είχε σωθεί.

***