Για τον τίτλο «Inherent Vice»

30/08/2010

Ενδογενής ατέλεια.

Έτσι μεταφράζει επισήμως η Ευρωπαϊκή Ένωση τον εμπορικό όρο «inherent vice», ο οποίος αναφέρεται σε ασφάλιση εμπορευμάτων, και συγκεκριμένα σε εμπορεύματα τα οποία, λόγω της φύσης τους, χαλάνε ή καταστρέφονται εύκολα κατά τη μεταφορά τους (ένα παράδειγμα είναι τα αυγά).

Ο δαιμόνιος Πίντσον, βέβαια, δεν θα μπορούσε να μείνει ικανοποιημένος από έναν μονοσήμαντο τίτλο, και μάλιστα με μια τόσο πεζή σημασία. Έτσι, η ατέλεια (ή αλλιώς το ελάττωμα, η αδυναμία), μεταφέρεται στο πεδίο της αμερικανικής κουλτούρας στα τέλη της δεκαετίας του 1960 (η πλοκή εκτυλίσσεται στην Καλιφόρνια του 1970). Είναι φανερό μέσα από τα βιβλία του ότι ο Πίντσον θεωρεί πως ο δυτικός πολιτισμός είχε πολλές ευκαιρίες στην πορεία του να μετεξελιχθεί σε κάτι διαφορετικό, αλλά για διάφορους λόγους (που κυρίως έχουν να κάνουν με την εμμονή των ανθρώπων στο να δημιουργούν συστήματα εξουσίας), ό,τι καλό πάει να γίνει καταστρέφεται πάντοτε εν τη γενέσει.

Το 1970, λοιπόν, είναι ίσως η αρχή του τέλους για το όνειρο της δεκαετίας του ’60, καθώς αρχίζουν ήδη να φαίνονται τα εγγενή ελαττώματα του Αμερικανικού Ονείρου, του δυτικού πολιτισμού, αλλά και του ανθρώπινου είδους γενικότερα, που τελικά εμποδίζουν την αλματώδη πορεία προς τα εμπρός που μοιάζει, κατά καιρούς, πιθανή, αλλά που ποτέ τελικά δεν υλοποιείται.

Προς το παρόν, αυτή η οπτική μοιάζει απαισιόδοξη, αλλά ίσως στο τέλος το βιβλίο να δείξει ένα άλλο πρόσωπο. Οφείλω να επισημάνω, πάντως, ότι η αισιοδοξία που υπάρχει στο τέλος του Ενάντια στη Μέρα υπονομεύεται στα μάτια μου από το γεγονός ότι αυτή λαμβάνει χώρα στο πεδίο του φανταστικού.

Πώς θα το ονομάσουμε, λοιπόν, το βιβλίο; Οι επιλογές, δυστυχώς, είναι πολλές, και νομίζω πως το τελικό κριτήριο θα είναι μάλλον αισθητικό. Να βάλουμε «εγγενής», «ενδογενής», ή «έμφυτος»; Και «αδυναμία», «ελάττωμα», ή «ατέλεια»;

Δεν έχω καταλήξει ακόμη, αλλά προς το παρόν μου αρέσει ο συνδυασμός «έμφυτο ελάττωμα».