Στα βιβλία διαβάζουμε τον εαυτό μας

25/11/2010

Αυτός ο αφορισμός στριφογυρνάει στο μυαλό μου εδώ και χρόνια. Δεν θυμάμαι πια αν τον άκουσα κάπου ή αν είναι προϊόν στιγμιαίας έμπνευσης, και δεν έχει και σημασία, άλλωστε. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι επιβεβαιώνεται, ξανά και ξανά.

Είδα τις προάλλες ένα σχόλιο σε κάποιο ιστολόγιο. Ο σχολιαστής, παίρνοντας αφορμή από μια αναφορά ξένης εφημερίδας στην ύπαρξη μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα, είπε ότι διάβασε το Ενάντια στη Μέρα και κατάλαβε ότι ο Πίντσον συμπαθούσε τους Μακεδόνες (πράγμα που μάλλον εκείνος το θεώρησε απαράδεκτο), αλλά ευτυχώς, λέει, είχε σαν δεδομένο ότι ο Μεγαλέξανδρος ήταν Έλληνας. Και η ερμηνεία του ήταν ότι ο Πίντσον δείχνει συμπάθεια στους Μακεδόνες διότι η προοδευτική διανόηση θεωρεί υποχρέωσή της να στηρίξει τα μικρά κράτη.

Και αναρωτιέμαι: διαβάσαμε το ίδιο βιβλίο; Από πού συνάγεται ότι ο Πίντσον συμπαθεί τους Μακεδόνες; Επειδή αφήνει το υπονοούμενο ότι μεγάλες και μικρότερες δυνάμεις ήθελαν να έχουν υπό τον έλεγχό τους μια περιοχή χωρίς να ρωτήσουν τη γνώμη των κατοίκων της; Και γιατί αυτό να είναι απαράδεκτο; Και από πού συνάγεται ότι έχει σαν δεδομένο ότι ο Μεγαλέξανδρος ήταν Έλληνας; Επειδή αναφέρει ότι αυτό ήταν το επιχείρημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής; Και γιατί πρέπει εμείς σήμερα να χαιρόμαστε γι’ αυτό; Και γιατί πρέπει να αναγάγουμε την αναφορά ενός μυθιστοριογράφου στο θέμα σε ευρύτερο ζήτημα πολιτικής των διανοούμενων της Αμερικής;

Στο τέταρτο μέρος του βιβλίου, ο Πίντσον αναφέρεται πολύ στα Βαλκάνια, καθώς μεγάλο μέρος της πλοκής εκτυλίσσεται εκεί, και μάλιστα στις αρχές των βαλκανικών πολέμων. Αυτό που παρεξηγεί ο σχολιαστής, ο οποίος μάλλον προβάλλει τις δικές του ιδέες στο κείμενο, πράγμα που αναπόφευκτα κάνουμε όλοι μας ως ένα βαθμό, είναι η τάση του Πίντσον να βάζει τους χαρακτήρες του να κινούνται μέσα σε ταραγμένους καιρούς και τόπους. Δεν καταλαβαίνω γιατί είναι πρόβλημα η λίγο-πολύ ουδέτερη στάση του απέναντι στην ιστορία. Θα ήμασταν παράλογοι αν περιμέναμε από έναν ξένο μυθιστοριογράφο να συμμεριστεί τη δική μας εθνική θεώρηση του ζητήματος. Εξάλλου, το έχω ξαναπεί, τον Πίντσον δεν τον ενδιαφέρουν τόσο οι πολιτικές κ.λπ. διαμάχες όσο οι περιπέτειες των απλών ανθρώπων μέσα σ’ αυτές.

Ιδού το επίμαχο απόσπασμα από το Ενάντια στη Μέρα:

«Δεν είναι και η καλύτερη εποχή να είσαι Βούλγαρος στη Θεσσαλονίκη», εξήγησε στον Σίπριαν. «Οι Έλληνες ‒όχι αυτοί εδώ οι ρεμπέτες, αλλά οι πολιτικοποιημένοι που παίρνουν εντολές από την ελληνική πρεσβεία‒ θέλουν να μας εξοντώσουν. Στα ελληνικά σχολεία κηρύττουν ότι η Βουλγαρία είναι ο Αντίχριστος. Έλληνες πράκτορες συνεργάζονται με την τουρκική αστυνομία και φτιάχνουν λίστες θανάτου με Βούλγαρους, και υπάρχει και ένας μυστικός σύλλογος εδώ που λέγεται “Η Οργάνωση” και που ο στόχος της είναι να διαπράξει αυτές τις δολοφονίες».
«Και όλα αυτά, φυσικά, γίνονται για τη Μακεδονία», είπε ο Σίπριαν.
Η διαμάχη ήταν αρχαία. Οι Βούλγαροι πάντοτε θεωρούσαν τη Μακεδονία τμήμα της Βουλγαρίας, και μετά τον πόλεμο με τη Ρωσία αυτό επιτέλους έγινε πραγματικότητα ‒ για περίπου τέσσερις μήνες το 1878, ώσπου η Συνθήκη του Βερολίνου την έδωσε πίσω στην Τουρκία. Στο μεταξύ, οι Έλληνες τη θεωρούσαν τμήμα της Ελλάδας, επικαλούμενοι τον Μέγα Αλέξανδρο, και τα λοιπά. Η Ρωσία, η Αυστρία και η Σερβία προσπαθούσαν να επεκτείνουν την επιρροή τους στα Βαλκάνια, και έτσι χρησιμοποιούσαν το Μακεδονικό Ζήτημα σαν πρόφαση. Και, το πιο περίεργο απ’ όλα, υπήρχαν κι εκείνες οι κυρίαρχες μορφές στην Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση ‒την Ε.Μ.Ε.Ο.‒ όπως ο Γκότσε Ντέλτσεφ, που θεωρούσε ότι η Μακεδονία ανήκε στους ίδιους τους Μακεδόνες, και της άξιζε να είναι ανεξάρτητη από όλες τις μεγάλες δυνάμεις. «Δυστυχώς», είπε ο Γκάμπροβο Σλιμ, «η Ε.Μ.Ε.Ο. είναι διχασμένη ανάμεσα στους ανθρώπους του Ντέλτσεφ και στους νοσταλγούς εκείνης της βραχύβιας “Μεγάλης Βουλγαρίας” όπως ήταν πριν από τη Συνθήκη του Βερολίνου».
«Κι εσύ τι γνώμη έχεις για το θέμα;» ρώτησε ο Σίπριαν, χαχανίζοντας ήδη από μέσα του.
«Χα!» Γέλασαν πικρά μαζί για λίγο, ώσπου ο Βούλγαρος σταμάτησε απότομα. «Το πρόβλημα είναι ότι οι Έλληνες νομίζουν ότι είμαι με την Ε.Μ.Ε.Ο.»
«Ωχ. Και είσαι;»
«Πέρασε ξυστά». Ο Γκάμπροβο Σλιμ κράτησε το δείκτη και τον αντίχειρα σε απόσταση περίπου ενός εκατοστού, δίπλα στο δεξί του αφτί. «Χτες το βράδυ. Υπήρξαν κι άλλες απόπειρες, αλλά καμιά σαν αυτή».
«Του είπα πώς ξεφύγαμε από τη Βοσνία», είπε ο Ντανίλο.
«Για στάσου, ποιος είμαι δηλαδή, ο Σκάρλετ Πίμπερνελ;»
«Είναι το πεπρωμένο σου», δήλωσε η Βέσνα, που είχε ακούσει τη συζήτηση.
«Τσούπρα μου, εσύ είσαι το πεπρωμένο μου».

Advertisements

Αγγλόφωνη κριτική για το V.

01/11/2010

Το ιστολόγιο Lovehastornusapart δημοσιεύει μια κριτική για το V., το οποίο ο ιστολόγος έχει διαβάσει πολλές φορές και το βρίσκει ανεξάντλητο, για λόγους που ισχύουν για όλα τα πιντσονικά μυθιστορήματα, όπως και για όλα τα μεγάλα έργα τέχνης: «Το ευφάνταστο σύμπαν του είναι τόσο θαυμαστό και βαθιά αποκαλυπτικό που μας κάνει να επιστρέφουμε ξανά και ξανά για να το γευτούμε, παίρνοντας απ’ αυτό ό,τι μπορούμε στο συγκεκριμένο στάδιο της ζωής μας.» Αυτό συμπίπτει με κάτι που πιστεύω ακράδαντα για τη διαδικασία της ανάγνωσης: ο αναγνώστης διαβάζει στο βιβλίο τον εαυτό του· και αν δεν τον βρει εκεί, το παρατάει. Γι’ αυτό και κάθε φορά που διαβάζουμε ένα σπουδαίο μυθιστόρημα παίρνουμε κάτι διαφορετικό μαζί μας όταν γυρίσουμε και την τελευταία σελίδα και κλείσουμε το εξώφυλλο.

Το V. είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Τόμας Πίντσον, και ήδη περιέχει όλα τα βασικά θέματα με τα οποία θα ασχοληθεί ο Πίντσον σε όλη την κατοπινή συγγραφική του καριέρα και τα οποία αποτελούν τον πυρήνα του πιντσονικού σύμπαντος: σε ποιο βαθμό συνδέονται τα γεγονότα; Και τι είναι πιο τρομακτικό, το να συνδέονται τα πάντα μεταξύ τους κι εμείς να είμαστε θύματα μιας τεράστιας συνωμοσίας, ή το να μη συνδέεται τίποτε με τίποτε και η ζωή μας να μην έχει σκοπό και νόημα; Μια πρόχειρη απάντηση δίνει αργότερα ο ίδιος ο Πίντσον στο Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, χαρακτηρίζοντας το πρώτο ενδεχόμενο παράνοια (που δίνει λαβή για τις υπέροχες «παροιμίες για παρανοϊκούς»), και το δεύτερο αντιπαράνοια, («μια κατάσταση», όπως γράφει, «που δεν μπορεί να αντέξει κανείς για πολύ»).

Και βέβαια, ο Πίντσον συντάσσεται με τους χαμένους, τους εκμεταλλευόμενους, τους φτωχούς, αυτούς που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, τους απόβλητους. Σ’ αυτό τον κόσμο δεν υπάρχει ούτε υπερβατικότητα ούτε λύτρωση, και το σύμπαν διακατέχεται από πλήρη αδιαφορία για τις δικές μας ανάγκες, αλλά δεν υπάρχει καμία έννοια απελπισίας στην πιντσονική γραφή. Η απελπισία πνίγεται μέσα σ’ ένα χείμαρρο θαυμασμού: των χαρακτήρων προς τα γεγονότα και τη φύση, και του αναγνώστη προς την αστείρευτη δημιουργική φαντασία ενός συγγραφέα που ξέρει καλά την τέχνη του να προκαλεί συναισθήματα και μετά να τα ανατρέπει με σαρδόνιο χαμόγελο. Όπως λέει κι ο ιστολόγος: όταν φτάνεις στο τέλος, η καλύτερη πηγη παρηγοριάς είναι να επιστρέφεις στην πρώτη σελίδα και να αρχίζεις ξανά από την αρχή.

[Θυμίζω ότι το V. κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Χατζηνικολή, στην πολύ καλή μετάφραση του Προκόπη Προκοπίδη.]