Πιντσονικά Χριστούγεννα, μέρος Α’: Γιορτή

17/12/2010

Οι χιονόμπαλες έχουν διανύσει τα τόξα τους, έχουν στολίσει σαν αστέρια τα πλευρά των εξωτερικών κτισμάτων, όπως και των εξαδέλφων, έχουν κάνει τα καπέλα να πετάξουν μέσα στον ζωηρό άνεμο που φυσά από το Ντέλαγουερ ― τα έλκηθρα μεταφέρονται μέσα στο σπίτι και οι ολισθητήρες τους στεγνώνονται με προσοχή κι αλείφονται με λίπος, τα παπούτσια αφήνονται στο πίσω χολ, γίνεται ένας ορυμαγδός από πόδια μέσα σε κάλτσες που κατεβαίνουν προς την τεράστια κουζίνα, όπου επικρατεί φούρια από το πρωί, με τα καπάκια από διάφορα καζάνια και κατσαρόλες να κουδουνίζουν, με ευωδιές από μπαχαρικά, ξεφλουδισμένα φρούτα, λίπος, λιωμένη ζάχαρη ― τα παιδιά, αφού κατάφεραν, στο πέρασμά τους ανάμεσα στα ρυθμικά χτυπήματα της ζύμης και των κουταλιών, να πάρουν ό,τι μπορούσαν, πηγαίνουν, όπως κάθε απόγευμα σε όλη τη διάρκεια αυτής της χιονισμένης σαρακοστής των Χριστουγέννων, σε ένα άνετο δωμάτιο στο πίσω μέρος του σπιτιού που έχει από καιρό παραδοθεί στις ανέμελες εφόδους τους. Εδώ έχουν βρει την τελική τους θέση ένα μακρύ και σημαδεμένο τραπέζι από πριονίδι με δυο αταίριαστους πάγκους, από το παρακλάδι της οικογένειας που έμενε στην κομητεία του Λάνκαστερ ― μερικά δεύτερης διαλογής έπιπλα στο στυλ του Τσίπεντεϊλ, ανάμεσά τους μια παραλλαγή του διάσημου κινέζικου σοφά, με έναν ουρανό από άφθονο μωβ ύφασμα που μπορεί να τραβηχτεί ολόγυρα και να σχηματίσει μια άνετη, σκοτεινή σκηνή ― κάποιες σκόρπιες καρέκλες που ήρθαν από την Αγγλία πριν τον πόλεμο ― κυριαρχούν το πεύκο και η κερασιά, και δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου μαόνι, εκτός από ένα καταχθόνιο και υπέροχο τραπέζι για χαρτιά με το φτηνότερο σχέδιο κυματιστών νερών, που οι ξυλουργοί αποκαλούν Περιπλανώμενη Καρδιά και που δημιουργεί μια ψευδαίσθηση βάθους, μέσα στο οποίο τα παιδιά έχουν απορροφηθεί πολλές φορές, με το ίδιο βλέμμα με το οποίο κοιτάζουν και τις εικονογραφημένες σελίδες των βιβλίων … μαζί με τόσους μεντεσέδες, συρταρωτές υποδοχές, κρυφές πετούγιες και μυστικά ντουλαπάκια που ούτε τα δίδυμα ούτε η αδελφή τους μπορούν να πουν ότι έχουν εξερευνήσει πλήρως. Στον τοίχο, εξόριστος σ’ αυτό το άντρο των απομιμήσεων, επειδή θύμιζε μια εποχή που θα ήταν καλύτερα να μείνει ξεχασμένη, ήταν κρεμασμένος ένας καθρέφτης που αντανακλούσε σχεδόν όλο το δωμάτιο ― το χαλί και τις κάπως φθαρμένες κουρτίνες, το γάτο το Μουστάκια να περπατά κάτω από τα έπιπλα κοιτάζοντας ολόγυρα με μάτια που κινούνται αστραπιαία προς οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει σχέση με φαγητό ― μέσα σ’ ένα σκαλιστό πλαίσιο που τιμούσε τη μνήμη του «Μισκιάντσα», εκείνου του αποχαιρετιστήριου χορού που διοργάνωσαν το ’77 οι Βρετανοί που είχαν την πόλη στην κατοχή τους, λίγο πριν την αποχώρησή τους από τη Φιλαδέλφεια.
Αυτή την περίοδο των Χριστουγέννων του 1786, με τον πόλεμο να έχει πια εδραιωθεί και το έθνος να διασπάται σε κομμάτια που αντιμάχονται το ένα το άλλο, αρχίζουν να πονούν τραύματα σωματικά και ψυχικά, μεγάλα και μικρά, που συχνά δεν εξιστορούνται, ούτε καν αναφέρονται. Το χιόνι καλύπτει όλη τη Φιλαδέλφεια, από το ένα ποτάμι ως το άλλο, και οι αντίπερα όχθες τους έχουν εξαφανιστεί πίσω από ένα παραπέτασμα παγωνιάς και ομίχλης, έτσι που η πόλη σήμερα μοιάζει με νησί στον ωκεανό. Οι λίμνες και οι ρεματιές έχουν παγώσει, και τα δέντρα λαμποκοπούν ως το τελευταίο τους κλαδάκι ― σαν νευρώνες από συμπυκνωμένο φως. Τα σφυριά και τα πριόνια έχουν σιγήσει, τα τούβλα είναι στοιβαγμένα σε χιονοσκέπαστους σωρούς, τα σπουργίτια βγαίνουν από τα καταφύγιά τους και χοροπηδούν σαν στίγματα πάνω στο χιόνι ― ο βραδινός ουρανός, με σύννεφα που μοιάζουν πια με μουντζούρες κιμωλίας, απλώνεται πάνω από το Νόρδερν Λίμπερτιζ, το Σπρινγκ Γκάρντεν και την Τζέρμανταουν, με το πρώιμο φεγγάρι του χλομό σαν το χιόνι που έχει μαζευτεί από τον άνεμο ―από τις καμινάδες βγαίνει καπνός, οι παρέες με τα έλκηθρα μαζεύονται μέσα στα σπίτια, οι ταβέρνες σφύζουν από ζωή ― παντού ρέει φρεσκοφτιαγμένος καφές, που μεταφέρεται μέσα σε μπροστινά και πίσω δωμάτια, ενώ το Μαδέιρα, που πάντα δημιουργούσε συνειρμούς σ’ αυτά τα μέρη, τώρα έχει απλωθεί σαν αρχαίο ελιξίριο πάνω στο μπρίκι της πολιτικής που βράζει ― γιατί, αυτή τη σαρακοστή των Χριστουγέννων, οι εποχές είναι τόσο δύσκολο να υπολογιστούν όσο και η απόσταση ενός άστρου.

Μέισον & Ντίξον, σελίδες 11-12. Εκδόσεις Χατζηνικολή.


Η μουσική των Ταραουμάρα

13/10/2010

Σήμερα έπεσα τυχαία πάνω σε μια ανάρτηση στο μουσικό ιστολόγιο A Closet of Curiosities που αναφέρεται στη μουσική των ινδιάνων Ταραουμάρα του Μεξικού, και αμέσως θυμήθηκα τις περιπέτειες του Φρανκ Τράβερς εκεί, στο Ενάντια στη Μέρα.

Οι Ταραουμάρα ζουν σχεδόν απομονωμένοι, λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους σε εκείνη την περιοχή, κι έτσι ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός τους άγγιξε χωρίς να τους παρασύρει στη δίνη του. Ό,τι στοιχεία δανείστηκαν, τα ενσωμάτωσαν στη δική τους κουλτούρα, όπως τα βιολιά, που ακούγονται στο δίσκο.

Η μουσική είναι χορευτική και θρησκευτική συνάμα, συνδυάζοντας τον καθολικισμό (αποτέλεσμα του εντατικού εκχριστιανισμού τους από τους Ισπανούς) με τον παγανισμό. Κάτι έχει να πει κι ο Πίντσον πάνω σ’ αυτό:

Έφτασαν σε μια σπηλιά όπου έβρεχε, ήρεμα αλλά σταθερά. Μέσα σ’ αυτή τη συγκεκριμένη σπηλιά, του εξήγησε, έπεφτε σταθερά για χιλιάδες χρόνια όλη η βροχή που θα έπρεπε να πέφτει στη νοτιοδυτική έρημο ‒ αχνώδης και γκρίζα, όχι από κάποια πηγή μέσα στο βουνό, ή από κάποια σύννεφα απέξω, ακριβώς από πάνω τους, αλλά σαν συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος, εγκλήματος ή λάθους, που είχε δημιουργήσει εξαρχής αυτή την έρημο….
«Δεν νομίζω», αντέταξε ο Φρανκ. «Η έρημος είναι κάτι που προέκυψε μέσα στον γεωλογικό χρόνο. Δεν είναι η προσωπική τιμωρία κάποιου».
«Πολύ παλιά, πριν αρχίσουν όλα αυτά, όταν εκείνοι σχεδίαζαν τον κόσμο—»
«“Εκείνοι”;»
«“Εκείνοι”. Ο σκοπός ήταν το νερό να βρίσκεται παντού, ελεύθερο για όλους. Το νερό ήταν ζωή. Μετά, μερικοί έγιναν άπληστοι». Και συνέχισε λέγοντας στον Φρανκ πώς γεννήθηκε η έρημος, με σκοπό τη μετάνοιά τους. Κι έτσι, σαν αντιστάθμισμα, κάπου κρυμμένη μέσα στα αμέτρητα μίλια ερημιάς, γεννήθηκε αυτή η σπηλιά, γεμάτη νερό που έπεφτε αιώνια. Αν ήθελε κανείς να την αναζητήσει, μπορούσε να προσπαθήσει, φυσικά, αλλά το πιθανότερο ήταν να περιπλανιέται για πάντα χωρίς να τη βρει.

Και, όπως συμβαίνει πάντα με τον Πίντσον, η απομάκρυνση από το δυτικό πολιτισμό ισοδυναμεί με βουτιά στη μαγεία, ενίοτε κυριολεκτική, εδώ μεταφορική.

Επέστρεψαν στον καταυλισμό τους στην έρημο ανάμεσα σε περιδινούμενα χρώματα, όπως ματζέντα, τιρκουάζ χαμηλής φωτεινότητας, κι ένα περίεργο χλομό βιολετί με νερά, τα οποία εμφανίζονταν όχι μόνο γύρω από τα περιγράμματα, αλλά και μέσα απ’ αυτά, σε κηλίδες και μουντζούρες, αφήνοντας πού και πού να φανεί μια μοναχική ομάδα από φιγούρες στο λιβάδι, προς το ηλιοβασίλεμα, που τα ανέγγιχτα βάθη του απλώνονταν με τον άνεμο για εκατοντάδες μίλια μέσα στον αέρα, ο οποίος, παρά την καθαρότητά του, άρχιζε μέσα σ’ αυτό το τελευταίο φως να θαμπώνει με κρυσταλλική πυκνότητα τα μακρινά βουνά, που τώρα έμοιαζαν με σκίτσα που απεικόνιζαν άλλους κόσμους, μυθικές πόλεις στον ορίζοντα….


Η μακρινή Κιργισία

14/04/2010

Με την προ-προηγούμενη ανάρτηση (Στην υγειά της γλυκιάς ζωής), εγκαινιάστηκε μια νέα Κατηγορία, με τίτλο «Όλα μού θυμίζουν Πίντσον». Πρόκειται για κάτι που πρωτόνιωσα όταν μετέφραζα το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’90: έβλεπα συνεχώς μπροστά μου αναφορές σε πρόσωπα, αντικείμενα και καταστάσεις που είχα συναντήσει μέσα στο βιβλίο. Και το ίδιο συνέβη και με το Μέισον και Ντίξον και με το Ενάντια στη Μέρα.

Έτσι και τώρα, που ήρθαν στην επικαιρότητα οι ταραχές στην Κιργισία (ή Κιργιζία, ή Κιργιστάν, ή Κιργιζιστάν, δεν έχουμε καταλήξει ακόμη 🙂 ), αμέσως μού ήρθε στο νου το σχετικό κομμάτι από το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας. Αυτό το μυθιστόρημα δικαίως χαρακτηρίστηκε «εγκυκλοπαιδικό»· και, τώρα που το ξαναβλέπω, έχει πολύ δυνατά σημεία. Ανυπομονώ να έρθει η στιγμή που θα το μελετήσω εκ νέου για να ανεβάσω σημειώσεις στο ελληνικό σάιτ για τον Πίντσον που βρίσκεται (ακόμη) στα σκαριά.

Ιδού, λοιπόν, δυο κομμάτια που αναφέρονται στη μακρινή Κιργισία:

Χαμογελάει για να πει ευχαριστώ. Και καλά κάνει. Δεν είναι σίγουρος για τις προθέσεις του Τσιτσέριν, πόσο μάλλον για τη φιλία του Ρώσου. Ο πατέρας τού Τζακιούπ Κιουλάν σκοτώθηκε στην εξέγερση του 1916, ενώ προσπαθούσε να ξεφύγει από τους στρατιώτες του Κουροπάτκιν και να περάσει τα σύνορα για την Κίνα — ένας από τους 100 περίπου Κιργίσιους που σφάχτηκαν ένα βράδυ δίπλα σ’ ένα ξεραμένο ρυάκι που θα μπορούσε να ανιχνευθεί κάπου βόρεια στο μηδέν στην κορυφή του κόσμου. Ρώσοι άποικοι, σε πλήρη πανικό, περικύκλωσαν και σκότωσαν τους πιο σκουρόχρωμους πρόσφυγες με φτυάρια, δίκρανα, παλιά τουφέκια, ό,τι όπλο βρήκαν πρόχειρο. Σύνηθες περιστατικό τότε στο Σεμίρετσι, ακόμα και τόσο μακριά από τις γραμμές του τρένου. Κυνηγούσαν Σάρτους, Καζάκους, Κιργίσιους και Δουγγάνους εκείνο το φοβερό καλοκαίρι σαν θηράματα. Κρατούσαν και σκορ, σε καθημερινή βάση. Ήταν σαν διαγωνισμός, καλοσυνάτος, αλλά κάτι παραπάνω από παιχνίδι. Χιλιάδες ανήσυχοι ιθαγενείς τα τίναξαν. Τα ονόματά τους, ακόμα και ο αριθμός τους, χάθηκαν για πάντα. Το χρώμα του δέρματος και ο τρόπος ντυσίματος έγιναν λογικές αιτίες για να φυλακίσεις, ή να χτυπήσεις και να σκοτώσεις. Ακόμα και ο τρόπος ομιλίας — γιατί οι φήμες για γερμανούς και τούρκους πράκτορες οργίαζαν σ’ εκείνους τους κάμπους, υποβοηθούμενες από την Πετρούπολη. Αυτή η εξέγερση των ιθαγενών υποτίθεται πως ήταν το έργο ξένων, μια διεθνής συνωμοσία για να ανοίξει ένα νέο μέτωπο στον πόλεμο. Κι άλλη δυτική παράνοια, βασισμένη αποκλειστικά στην ευρωπαϊκή ισορροπία δυνάμεων. Πώς μπορούσαν να υπάρχουν Καζακικά, Κιργίσια — Ανατολικά — αίτια; Δεν ήταν ευτυχισμένες οι εθνότητες; Τα πενήντα χρόνια ρωσικής διακυβέρνησης δεν είχαν φέρει πρόοδο; εμπλουτισμό;

[…]

Εδώ, έχει γίνει ειδική στις σιωπές. Οι μεγάλες σιωπές των Επτά Ποταμών δεν έχουν γραφτεί ακόμη στο αλφάβητο, και ίσως δεν θα γραφτούν ποτέ. Μπορούν οποιαδήποτε στιγμή να μπουν μεσα σ’ ένα δωμάτιο, σε μια καρδιά, και να μετατρέψουν ξανά σε κιμωλία και χαρτί τις λογικές σοβιετικές εναλλακτικές λύσεις που έφεραν εδώ οι πράκτορες τού κέντρου Λίκμπεζ. Υπάρχουν σιωπές που το Νέο Τουρκικό Αλφάβητο δεν μπορεί να γεμίσει, δεν μπορεί να αφανίσει, τεράστιες και τρομακτικές σαν τα στοιχεία της φύσης στη γωνιά της αρκούδας — φτιαγμένες για μια μεγαλύτερη Γη, έναν πλανήτη πιο άγριο και πιο μακριά από τον ήλιο…. Οι άνεμοι, οι χιονιάδες της πόλης και οι καύσωνες της παιδικής ηλικίας της Γκαλίνα δεν ήταν ποτέ τόσο απέραντες, τόσο ανελέητες. Χρειάστηκε να έρθει εδώ πέρα για να μάθει ποια είναι η αίσθηση ενός σεισμού, και πώς να φυλάγεται από μια αμμοθύελλα. Πώς θα ήταν να επέστρεφε τώρα σε κάποια πόλη; Συχνά ονειρεύεται κάποια κομψή μακέτα από χαρτόνι, μια πόλη ενός σχεδιαστή, άψογη στη λεπτομέρεια, τόσο μικροσκοπική που οι σόλες από τις αρβύλες της θα μπορούσαν να εξαλείψουν ολόκληρες γειτονιές με ένα βήμα — ταυτόχρονα, είναι επίσης μια κάτοικος, κάτω, μέσα στη μικρή αυτή πόλη, και ξυπνά αργά τη νύχτα, βλεφαρίζοντας μέσα στο οδυνηρό φως της μέρας, και περιμένει τον αφανισμό, τα χτυπήματα από τον ουρανό, μέσα σε φοβερή ένταση από την αναμονή, ανίκανη να ονομάσει αυτό που πλησιάζει, ξέροντας — με ανείπωτη φρίκη — πως είναι ο εαυτός της, ο κεντρασιατικός γιγάντιος εαυτός της, αυτό είναι το Ακατονόμαστο Πράγμα που φοβάται….


Στην υγειά της γλυκιάς ζωής

12/04/2010

Απόψε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών απολαύσαμε τον Savall σε ένα μαγευτικό ταξίδι, με άξονα την εποχή του Κολόμβου. Η μουσική ήταν έτσι κι αλλιώς υπέροχη, άλλοτε συγκινητική, άλλοτε γιορταστική και πάντοτε άψογα εκτελεσμένη. Αλλά μου έκανε μεγάλη εντύπωση το τελευταίο κομμάτι του προγράμματος, το «Chacona: A la Vida Bona» του Χουάν Αρανιές. Ακούγοντας τη μουσική και βλέποντας ταυτόχρονα τους στίχους, ένιωσα σαν να ήμουν σε σκηνή από μυθιστόρημα του Πίντσον: γλέντι, διάφορα πρόσωπα που πάνε κι έρχονται, πλούσιοι και φτωχοί, σοφοί κι απατεώνες, πόρνες και χωρικοί, μυθικά και πραγματικά πρόσωπα μαζί, παρεξηγήσεις, ανέμελο ξεφάντωμα, κι άσε τα προβλήματα για αύριο· αυτά τα τελευταία, άλλωστε, δεν φεύγουν ποτέ, εδώ θα είναι πάντοτε.

Ένα βράδυ το μήνα των ρόδων
Έγινε ένας χορός.
Χάρισε χίλιες χαρές
Κι έγινε χαμός μεγάλος.
Στην υγειά της γλυκιάς ζωής
Γλυκιά μου, ας χορέψουμε τη σακόν.

Όταν παντρεύτηκε ο Αλμαδάν
Έγινε γιορτή μεγάλη,
Οι κόρες χορέψαν του Αινεία
Με του Μιλάν τους εγγονούς
Ο πεθερός του Δον Μπερτράν
Κι η κουνιάδα του Ορφέα
Άρχισαν ένα χορό της Γουινέας,
Κι άλλον ένα του Αμαζονίου,
Κι έγινε χαμός μεγάλος.
Στην υγειά της γλυκιάς ζωής
Γλυκιά μου, ας χορέψουμε τη σακόν.

Ήρθε μια χωριατοπούλα
Με τη γυναίκα του αρρωστιάρη
Απ’ το παζάρι της Θαμόρα
Με τη Λισάρδα τη βοσκοπούλα.
Η Δόνια Αλμπάρδα ήρθε με τον Δον Γκονθάλο,
Κι ένας τυφλός με το ραβδί του χτύπησε έναν ωραίο πισινό
Κι έγινε χαμός μεγάλος.
Στην υγειά της γλυκιάς ζωής
Γλυκιά μου, ας χορέψουμε τη σακόν.

Βγήκε ο Γκαλέν ο γιατρός
Με ξύλινα παπούτσια και κοραλένια χαϊμαλιά
Και ο κορδωμένος Ντιέγκο Μορένο
Με τα νταούλια του να κρέμονται
Και μετά ήρθε ο μπαγαπόντης ο Βιρένο
Πίσω από μιαν αχόρταγη γυναίκα
Και η κουτσομπόλα από την Καθάγια
Με τον έτσι κι έτσι από την Αρχόνα
Κι έγινε χαμός μεγάλος.
Στην υγειά της γλυκιάς ζωής
Γλυκιά μου, ας χορέψουμε τη σακόν.

Ήρθαν ο Γκανάσα κι ο Θισνέρος
Με τις γενειάδες τους καψαλισμένες,
Και πίσω τους καβγαδίζοντας ο Ανασάρτε κι ο Ολιβέρος.
Ήρθε κι ο γιατρός ο Ασκληπιός
Με μια αρμαθιά γαβάθες
Και του Έρωτα η μητέρα
Ντυμένη με τα καλύτερα ρούχα απ’ την Μπαγιόν
Κι έγινε χαμός μεγάλος.
Στην υγειά της γλυκιάς ζωής
Γλυκιά μου, ας χορέψουμε τη σακόν.

Ήρθαν οι πλούσιοι κι οι λιμοκοντόροι
Ντυμένοι στην πορφύρα
Και παίχτηκε μια μασκαράτα
Με κλόουν και με Άρπυιες.
Ανάμεσα στους πλούσιους και τους λιμοκοντόρους
Ξέσπασε τόσο μεγάλη μάχη
Ώστε κάλεσαν τον Σιντ
Για να χορέψει αμέσως μια σακόν,
Κι έγινε χαμός μεγάλος.
Στην υγειά της γλυκιάς ζωής
Γλυκιά μου, ας χορέψουμε τη σακόν.

Ήρθε ένα φορτίο με αλόη
Μαζί με όλα τα μαμούνια της
Κι ένα πουλί κούρνιασε στο ένα πόδι
Και πουλούσε χυλό από κριθάρι.
Μετά ήρθε κι ένας άπιστος Αφρικανός
Μ’ έναν μαύρο και μια τσιγγανοπούλα
Που τραγουδούσε «ντίνα ντίνα ντάνα»
Κι ο μαύρος «ντιν ντιν ντον»,
Κι έγινε χαμός μεγάλος.
Στην υγειά της γλυκιάς ζωής
Γλυκιά μου, ας χορέψουμε τη σακόν.

Ήρθαν και τριάντα Κυριακές
Με είκοσι Δευτέρες στην πλάτη
Και μαζί τους ένα απρόθυμο γαϊδούρι
Που κουβαλούσε όλο το βάρος.
Η Χουάνα με σκόνες και με φίλτρα
Ήρθε με μεταξωτά βρακιά
Και πάνω από σαράντα πόρνες
Που άφησαν πίσω τους την Μπαρτσελόνα,
Κι έγινε χαμός μεγάλος.
Στην υγειά της γλυκιάς ζωής
Γλυκιά μου, ας χορέψουμε τη σακόν.

Ε, πάρτε και μια (συντομευμένη) γεύση που βρήκα στο YouTube: