Μια τηλεοπτική συνέντευξη του Άλντους Χάξλεϊ (1958)

28/07/2012

Ο Άλντους Χάξλεϊ, που προχτές, αν ζούσε, θα έκλεινε τα 118, έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη το 1958 στον Μάικ Γουάλας, στην οποία, μεταξύ άλλων, προειδοποιεί για τις πιθανότητες ελέγχου και καταπιεστικής εξουσίας που δίνει η τεχνολογία. Όπως ήταν φυσικό, η βελόνα του πιντσονόμετρου τινάχτηκε, το κόκκινο φωτάκι άναψε, και το μεγάφωνο του ευαίσθητου αυτού οργάνου άρχισε να γκρινιάζει. Βλέπετε, στην εισαγωγή που έχει γράψει για το 1984 του Όργουελ, ο Πίντσον αναφέρεται στο διαδίκτυο ως

«μια ανακάλυψη που προδιαγράφει κοινωνικό έλεγχο σε κλίμακα που εκείνοι οι γραφικοί τύραννοι του 20ού αιώνα με τα κωμικά μουστάκια μόνο να ονειρευτούν μπορούσαν».

Από τη μεριά του, ο Χάξλεϊ, στη συνέντευξή του αυτή, λέει πως

«είναι πάρα πολύ σημαντικό, εδώ και τώρα, να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε γύρω από αυτά τα προβλήματα, ώστε να μην αιφνιδιαστούμε από τις νέες ανακαλύψεις της τεχνολογίας.
[…]
»Μπορούμε να το προβλέψουμε, και μπορούμε να κάνουμε πολλά για να το αποτρέψουμε. Άλλωστε, το τίμημα της ελευθερίας είναι η συνεχής επαγρύπνηση».

Επιπλέον, ο Χάξλεϊ προειδοποιεί ότι η τηλεόραση θα μπορούσε στο μέλλον (δηλαδή στα χρόνια μετά το 1958…) να αποτελέσει ένα φοβερό εργαλείο προπαγάνδας. Και η βασική μέθοδος της προπαγάνδας, όπως και της διαφήμισης, είναι να παρακάμπτει το λογικό του αποδέκτη και να απευθύνεται στα πιο χαμηλά του ένστικτα. Και αυτό ακριβώς είναι που την κάνει αποτελεσματική. Και δυνητικά επικίνδυνη.

Ο άλλος μεγάλος φόβος του Χάξλεϊ για το μέλλον της ελευθερίας είναι ο υπερπληθυσμός. Αυτό, νομίζω, δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση.

Advertisements

Ο Μέισον, ο Ντίξον, και η διάβαση της Αφροδίτης

05/06/2012

Αύριο (για το δικό μας γεωγραφικό μήκος), 6 Ιουνίου 2012, γίνεται η τελευταία (γι’ αυτό τον αιώνα) διάβαση της Αφροδίτης, κατά την οποία η Αφροδίτη θα εμφανιστεί πάνω στον ηλιακό δίσκο, δηλαδή θα περάσει ανάμεσα στη Γη και τον Ήλιο. Με βάση αυτό το φαινόμενο καταφέραμε κάποτε να υπολογίσουμε το μέγεθος του ηλιακού μας συστήματος.

Ο Πίντσον, με τη μανία του να αναφέρεται σε σημαντικούς σταθμούς της ιστορίας, της επιστήμης και της ιστορίας της επιστήμης, έκανε τη διάβαση της Αφροδίτης ένα από τα κεντρικά θέματα του Μέισον και Ντίξον. Σαν φόρο τιμής στην ημέρα, λοιπόν, βάζω δυο μικρά αποσπάσματα από το 9ο και το 10ο κεφάλαιο. Δυστυχώς η διάβαση θα είναι μερικώς μόνο ορατή από την Ελλάδα, και μόνο στην τελευταία φάση της, και μόνο κατά την ανατολή. Οπότε, ας παρηγορηθούμε με λίγο Πίντσον.

________________________________________________________

«Λοιπόν», ο Μέισον χτυπά τα δάχτυλά του στην άκρη του τραπεζιού με τις σκούρες φεστούκες από έβενο, που οι πιθανές χρήσεις τους δεν μπορούν να αναφερθούν εδώ εκτενώς, ενώ τα κορίτσια στριφογυρίζουν ευχάριστα πάνω στα ντιβάνια, «αφού εσείς, νεαρές μου κυρίες, είχατε την ευγένεια να έρθετε να μας επισκεφτείτε σε ώρες σχολείου, εμείς θα πρέπει να φροντίσουμε ώστε η παιδεία σας να προαχθεί, σε κάποιο θέμα, τουλάχιστον — επομένως, το μάθημά μας, για σήμερα, θα είναι η επερχόμενη διάβαση της Αφροδίτης».
Ακούγονται κραυγές: «Όχι, κύριε, σας παρακαλούμε!» και «όχι η διάβαση της Αφροδίτης!»
«Μα, τότε, γιατί στο καλό ήρθατε εδώ πάνω», ρωτά ο Ντίξον, με τα άδολα μάτια του ορθάνοιχτα, «αν όχι από περιέργεια για το τι κάνουμε;»
Κοιτάζονται όλοι μεταξύ τους, και τελικά η Άουστρα χαμογελά πονηρά στον Μέισον και στρέφει το βλέμμα της προς τον ουρανό, όπου ο ορυμαγδός της καταιγίδας συνεχίζει απτόητος. Οι ξανθές μαστροποί της αρχίζουν αμέσως να διαμαρτύρονται όλες μαζί, και ο Μέισον καταλαβαίνει πως οι φωνητικές επιθέσεις των πουλερικών των Βρουμ δεν είναι έμφυτες αλλά επίκτητες, και τις έχουν μάθει από τις κόρες των ιδιοκτητών τους.
«Κυρίες μου, κυρίες μου», αναφωνεί ο Μέισον. «Την έχετε δει στο βραδινό ουρανό, έχετε κάνει ευχές στο όνομά της, και τώρα, για λίγη ώρα, θα μπορείτε να τη δείτε στο φως της ημέρας, καθώς θα περνά μπροστά από τον ηλιακό δίσκο — και κάντε και τότε μια ευχή, αν πιστεύετε πως θα σας βοηθήσει. Εμάς τους αστρονόμους, που συνήθως δουλεύουμε τη νύχτα, θα μας δώσει την ευκαιρία να μείνουμε ξύπνιοι την ημέρα. Σε ολόκληρη τη ζωή μας, η Αφροδίτη δεν ήταν παρά μια μικροσκοπική φωτεινή τελεία, που περνούσε από φάσεις όπως το φεγγάρι, με φόντο πάντοτε το σκοτεινό πρόσωπο της αιωνιότητας. Αλλά την ημέρα που θα γίνει αυτή η διάβαση, τα πάντα θα αναστραφούν — κι εκείνη θα γίνει σκοτεινή, ενσαρκωμένη, στερεή, μπροστά από το πρόσωπο του ήλιου — σαν θεά που, από καθαρό φως, αποκτά υλική υπόσταση».
«Και η δική μας δουλειά», προσθέτει ο Ντίξον, «είναι να την παρατηρήσουμε καθώς θα διασχίζει το πρόσωπο του ήλιου, και να καταγράψουμε την ακριβή ώρα που θα μπει και θα βγει…»
«Αυτό είναι όλο; Θα μπορούσατε να μείνετε στην Αγγλία και να το κάνετε αυτό», ξένοιαστα πηγουνάκια και λυγεροί λαιμοί που αλλάζουν διαρκώς στάσεις, ξανθιά κοριτσάκια που γελούν μαζί, χαρωπά και τσαχπίνικα.
Τα κορίτσια ξεκινούν ένα μικρό αλλά περίπλοκο ταξίδι μέσα στους αιθέρες, μέχρι που δίπλα τους, στο χλομό φως των αστεριών, βρίσκουν την αρχαία, έγκυο Γη, και η φεστούκα έχει γίνει μια φωτεινή ράβδος που ρίχνει επάνω της λευκά, καυτά, εκτυφλωτικά τόξα.
«Παράλλαξη. Για έναν παρατηρητή στο Βόρειο Ακρωτήριο, η διαδρομή του πλανήτη μπροστά από τον ήλιο θα φανεί πολύ πιο νότια απ’ ό,τι η ίδια διαδρομή αν παρατηρηθεί από εδώ, από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας. Με άλλα λόγια, όσο μακρύτερα προς το Βορρά και το Νότο είναι τα παρατηρητήρια μεταξύ τους, τόσο το καλύτερο. Αυτό που θέλουμε να ξέρουμε είναι η γωνιακή τους απόσταση. Κάποια μέρα, ένας άνθρωπος που θα κάθεται μέσα σ’ ένα δωμάτιο θα μπορεί να παίρνει όλες τις παρατηρήσεις, από όλα τα μέρη του κόσμου, και να τις μετατρέπει σε έναν απλό αριθμό που θα δηλώνει τα δευτερόλεπτα, ή τα δέκατα του δευτερολέπτου, ενός τόξου — και αυτό θα είναι η παράλλαξη.
»Ας ελπίσουμε ότι κάποιες από εσάς θα ξυπνήσετε αρκετά νωρίς ώστε να δείτε τη διάβαση. Αν θυμηθείτε να κρατήσετε και τα δυο σας μάτια ανοιχτά, θα δείτε καθαρά τα τρία ουράνια σώματα σε ευθεία γραμμή — έτσι το ηλιοκεντρικό σύστημα θα σας φανερώσει την πραγματική του μηχανική, και την καθάρια τεχνική του». Τα κορίτσια ανταλλάσσουν βλέμματα που μοιάζουν με περίτεχνα πλεγμένες μπούκλες, για να δουν αν θα έπρεπε να τα καταλαβαίνουν όλα αυτά, ή αν — αμείλικτες νεαρές μορφονιές καθώς είναι — θα έπρεπε να νοιάζονται καθόλου.

[…]

Κάποιος κάπου στον κόσμο, που βλέπει τον πλανήτη να γίνεται σκοτεινός μπροστά στον Ήλιο — η θεά Αφροδίτη σκοτεινή, τρελή, θνητή, όντως μια διαφορετική άποψη — δεν μπορεί παρά να ξεστομίσει, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, τους στίχους από το απόσπασμα αρ. 95 της Σαπφούς, καταστρέφοντας έτσι την παρατήρηση—
«Ω, Έσπερε — εσύ φέρνεις πίσω όλα αυτά που η λαμπρή μέρα σκόρπισε — φέρνεις τα πρόβατα, και τις γίδες — φέρνεις πίσω το παιδί στη μάνα του».
«Σ’ ευχαριστούμε που μοιράστηκες μαζί μας αυτή τη σκέψη … αλλά σου θυμίζω, αγαπητέ μου, πως ο ήλιος αυτή την ώρα ανατέλλει, δεν δύει».
«Ελάτε! Δεν έχει αποχωριστεί ακόμη!»
«Για να δούμε. Πω-πω, κοιτάξτε εδώ». Κάτι σαν μακρύ, μαύρο νήμα την συνδέει ακόμη με το χείλος του Ήλιου, παρόλο που έχει πια μπει σχεδόν ολόκληρη μπροστά από το δίσκο του, σαν σταγόνα μελάνι έτοιμη να πέσει από την πένα κάποιου απρόσεκτου γραφιά — προς το πλάι, βέβαια — «Γρήγορα! κάποιος να σημειώσει την ώρα—»
Αυτού του είδους ο διάλογος, ή κάποια παρόμοια αλλόκοτη συμπεριφορά, λαμβάνει χώρα σε όλα τα μέρη του κόσμου, καθ’ όλη τη διάρκεια της πέμπτης και έκτης Ιουνίου, σε Λατινικά, σε Κινέζικα, σε Πολωνέζικα, σε Σιωπή — πάνω σε στέγες και βουνοκορφές, μέσα από τα παράθυρα κάποιας κρεβατοκάμαρας, δίπλα-δίπλα μέσα στο γυμνό ηλιόφως ενώ η σύζυγος έχει το νου της στο ρολόι — μέσα από γρηγοριανούς και νευτωνιανούς, αχρωματικούς και ιριδίζοντες ολοκαίνουριους ανακλαστήρες ειδικά φτιαγμένους για την περίσταση, και μέσα από παλιούς διαθλαστικούς φακούς απίστευτων γαλλικών εστιακών αποστάσεων — οι παρατηρητές είναι ξαπλωμένοι, καθιστοί, γονατιστοί — και γίνονται μάρτυρες αυτού που συμβαίνει στον ουρανό. Όλοι αυτοί οι περίεργοι τύποι, διασκορπισμένοι σε ολόκληρη τη γη, παθαίνουν συλλογικό εγκεφαλικό σοκ τη στιγμή της πρώτης επαφής, σαν να είχαν χάσει κάτι και δεν μπορούσαν να το διεκδικήσουν — μετά από χρόνια προετοιμασίας, μετά τα μακριά και γεμάτα ναυτία ταξίδια, αφού έφτασαν στους σταθμούς τους, αφού προσδιόρισαν με ακρίβεια το γεωγραφικό μήκος και πλάτος — την εβδομάδα της Διάβασης — την ημέρα — την ώρα — το λεπτό — και τελικά, το μόνο που τους έρχεται στο μυαλό είναι: «Ε; πού βρίσκομαι;»
Οι αστρονόμοι θα προσπαθήσουν να καταγράψουν τέσσερις στιγμές τέλειας επαφής ανάμεσα στο δίσκο της Αφροδίτης και του Ήλιου. Οι δύο είναι κατά την είσοδο — η εξωτερική επαφή, στο πρώτο άγγιγμα από την εξωτερική πλευρά του ηλιακού χείλους, και η εσωτερική επαφή, τη στιγμή που ο μικρός μαύρος δίσκος διαχωρίζεται ολοκληρωτικά από το εσωτερικό της περιφέρειας του μεγάλου κίτρινου δίσκου, οπότε η Αφροδίτη στέκει πλέον μόνη της μπροστά στον Ήλιο. Οι άλλες δύο στιγμές είναι κατά την έξοδο — αυτή τη φορά, πρώτα εσωτερική και μετά εξωτερική επαφή. Και μετά άλλα οκτώ χρόνια ως την επόμενη, και τελευταία γι’ αυτή τη γενιά, ευκαιρία — λες και ο άγνωστος μηχανικός της Δημιουργίας έχει σκόπιμα κανονίσει τα διαστήματα με τέτοιον τρόπο ώστε να παρέχει και κάποιο δίδαγμα σχετικά με τα όρια που επιβάλλει στο ανθρώπινο μεγαλείο η θνητότητα.


Τρεις και ένας σταυροί από το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας

13/04/2012

Για τον ηλεκτρονικό μυστικισμό του, η τριοδική λυχνία ήταν τόσο θεμελιώδης όσο ο σταυρός για το Χριστιανισμό. Σκέψου το εγώ, τον εαυτό που υποφέρει μια προσωπική ιστορία δεμένη στο χρόνο, όπως το πλέγμα. Ο βαθύτερος και αληθινός Εαυτός είναι η ροή ανάμεσα στην κάθοδο και την άνοδο. Η συνεχής, καθαρή ροή. Διάφορα σημεία —αισθητικά δεδομένα, αισθήματα, μνήμες που επαναπροσδιορίζονται— τοποθετούνται πάνω στο πλέγμα, και μορφοποιούν τη ροή. Ζούμε ζωές σαν κυματομορφές που συνεχώς αλλάζουν με το χρόνο, πότε θετικές, πότε αρνητικές. Μόνο σε στιγμές μεγάλης γαλήνης είναι δυνατόν να βρούμε την καθαρή, τη χωρίς πληροφορία κατάσταση του σημείου μηδέν.

«Στο όνομα της καθόδου, της ανόδου και του αγίου πλέγματος;» είπε ο Πέκλερ.

«Ναι, καλό είναι αυτό», είπε χαμογελώντας ο Μοντάουγκεν.

[…]

Πράσινη σίκαλη και χαμηλοί λόφοι για μίλια ολόκληρα γύρω: ο Πέκλερ ήταν δίπλα σ’ ένα μικρό όρυγμα, στο πεδίο βολής Σαρνάκι, και είχε στραμμένα τα κυάλια του νότια προς τη Μπλίζνα όπως και όλοι οι άλλοι: περιμένοντας. Erwartung μέσα στο στόχο, ενώ η φρεσκοφυτρωμένη σίκαλη σάλευε, ο απαλός της ύπνος χαϊδευόταν από τον άνεμο … κοίτα αυτή την ύπαιθρο, μίλια Ρουκέτας στον πρωινό χώρο: οι πολλές αποχρώσεις του πράσινου του δάσους, πολωνέζικες αγροικίες λευκές και καφετιές, ποτάμια σαν μαύρα χέλια που πιάνουν τον ήλιο στις καμπές τους … και ακριβώς στο κέντρο, στο ιερό Χ, ο Πέκλερ, σταυρωμένος, αόρατος με την πρώτη ματιά, αλλά σε μια στιγμή … τώρα αρχίζει να φαίνεται, καθώς η πτώση μαζεύει ορμή―

[…]

Έχει πλημμυρίσει τα όνειρα τού Πειρατή με σμήνη από τα δικά του αιρετικά όνειρα, ερμηνείες ανεμόμυλων που γυρνούσαν μέσα στις σκιές στις άκρες σκοτεινών αγρών, με κάθε ακτίνα να δείχνει προς ένα σημείο στην περιφέρεια ενός γιγάντιου τροχού που γυρνούσε στον ουρανό, σταματούσε και ξεκινούσε, πάντοτε την ίδια στιγμή με τον περιστρεφόμενο σταυρό: ο «άνεμος» ήταν ένας ενδιάμεσος τεχνικός όρος, μια σύμβαση, για να εκφράσουν αυτό που πραγματικά κινούσε το σταυρό … κι αυτό ισχύει για όλους τους ανέμους, παντού στη Γη, που ουρλιάζουν ανάμεσα στα σαν ζαχαρωτά ροζ και κίτρινα βουνά του Μαουρίσιους, ή που φυσάνε τις τουλίπες στην πατρίδα σαν κόκκινες κούπες στη βροχή που γεμίζουν νερό σταγόνα-σταγόνα, ο κάθε άνεμος βάζει το δικό του σταυρό σε κίνηση, είτε υλικά υπαρκτό είτε φανταστικό, κάθε σταυρός και μια μοναδική μαντάλα, που καθώς γυρνά ενώνει τα αντίθετα (και πες μου τώρα, Φρανς, τι άνεμος είναι αυτός όπου βρίσκομαι εγώ, αυτός ο άνεμος των 25.000 ποδών; Τι ανεμόμυλος είναι αυτός, που αλέθει εκεί κάτω; Τι αλέθει, Φρανς, και ποιος προσέχει τη μυλόπετρα;).

[…] (+1)

Κάθεται, με στομάχι που μυρμηγκιάζει, με αδένες γεμάτους εξάντληση, σκυφτός πάνω από την κονσόλα, μέσα στο βαμμένο σε παραλλαγή όχημα ελέγχου εκτόξευσης. Οι λοχίες στους πίνακες ελέγχου κινητήρα και πηδάλιου είναι έξω και κάνουν διάλειμμα για τσιγάρο — είναι μόνος του μπροστά στους διακόπτες. Έξω, μέσα από το βρόμικο περισκόπιο, κύματα ομίχλης ξαμολιώνται από τη φωτεινή ζώνη παγετού που διακοσμεί την κρυμμένη και σκοτεινή ρουκέτα, στο σημείο που γίνεται η αποκοπή της δεξαμενής υγρού οξυγόνου. Τα δέντρα την κυκλώνουν: από πάνω βλέπεις μόλις αρκετό ουρανό για την άνοδο της ρουκέτας. Η Bodenplatte —τσιμεντένια πλάκα πάνω σε λωρίδες από ατσάλι— είναι τοποθετημένη μέσα σ’ ένα χώρο που καθορίζεται από τρία δέντρα, σημαδεμένα έτσι που να τριγωνομετρούν τον ακριβή προσανατολισμό, 260°, προς το Λονδίνο. Το σύμβολο που χρησιμοποιείται είναι μια χοντροφτιαγμένη μαντάλα, ένας κόκκινος κύκλος μ’ έναν παχύ μαύρο σταυρό μέσα, αναγνωρίσιμη ως ο αρχαίος ήλιος-τροχός που η παράδοση λέει ότι μετατράπηκε σε σβάστικα από τους αρχαίους Χριστιανούς για να συγκαλύψουν το παράνομο σύμβολό τους. Δύο καρφιά μπήγονται στο δέντρο στο κέντρο του σταυρού. Δίπλα από το ένα από τα βαμμένα σημάδια, το πιο δυτικό, κάποιος έχει χαράξει στο φλοιό με τη μύτη της ξιφολόγχης τις λέξεις IN HOC SIGNO VINCES. Κανείς στην πυροβολαρχία δεν ομολογεί αυτή την πράξη. Ίσως είναι δουλειά της Αντίστασης. Αλλά κανείς δεν διέταξε την καταστροφή του. Φαιοκίτρινα κούτσουρα είναι σκορπισμένα γύρω από την Bodenplatte, πρόσφατες σχίζες και πριονίδι αναμιγνύονται με παλιότερα πεσμένα φύλλα. Η οσμή, παιδική, βαθιά, ανακατεύεται με βενζίνη και αλκοόλη. Σήμερα μπορεί να πέσει βροχή, ίσως και χιόνι. Τα συνεργεία κινούνται νευρικά, γκριζοπράσινα. Γυαλιστερά μαύρα καλώδια με ινδικό κόμμι απομακρύνονται μέσα στο δάσος για να συνδέσουν τον εξοπλισμό εδάφους με τα 380 βολτ του ολλανδικού δικτύου. Erwartung….


Η Κόντακ ενάντια στη μέρα (της χρεωκοπίας)

19/01/2012

Διάβασα σήμερα ότι η πασίγνωστη εταιρία φωτογραφικών ειδών Kodak χρεωκόπησε. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα κλείσει, αλλά, όσο να ‘ναι, με έπιασε μια κάποια θλίψη, γιατί για πολλά χρόνια χρησιμοποιούσα τα φιλμ της. Και αμέσως, φυσικά, μου ήρθε στο νου η Κόντακ Μπράουνι, που χρησιμοποιούσε ο Μερλ Ραϊντάουτ στο Ενάντια στη Μέρα:

Κάθε ξημέρωμα τους περίμενε πάντοτε, πράσινος και υγρός, ή άφυλλος και παγωμένος, ο χάρτης, δαιδαλώδης, γεμάτος λόφους και δημοσιές και αγροτικούς δρόμους, τους περίμενε να ανοίξουν τα πρησμένα τους βλέφαρα και να κοιτάξουν σαν από ψηλά, σαν να είχαν υψωθεί στον πορτοκαλί ουρανό της αυγής και να αιωρούνταν, ψάχνοντας σαν κυνηγετικά γεράκια για τη δουλειά της ημέρας, που όλο και πιο συχνά ήταν άλλη μια φωτογραφία σε κάποια γωνιά του δρόμου, σε άλλη μια μικρή πόλη ή χωριό, που θα τους εξασφάλιζε δυο-τρία γεύματα ακόμη. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, τα φιλμ γίνονταν γρηγορότερα, οι χρόνοι έκθεσης μικρότεροι, οι μηχανές ελαφρύτερες. Η Πρήμο κυκλοφόρησε ένα πακέτο κυτταρινοειδές φιλμ που σου επέτρεπε να τραβάς 12 φωτογραφίες τη φορά, κάτι σίγουρα βολικότερο σε σχέση με τις γυάλινες πλάκες, και η Κόντακ έβγαλε στην αγορά την «Μπράουνι», μια μικρή φωτογραφική μηχανή σαν κουτί, που δεν ζύγιζε σχεδόν τίποτε. Ο Μερλ μπορούσε να την πάρει παντού μαζί του, αρκεί να κρατούσε τα πάντα εντός πλαισίου σταθερά, και ώς τότε ‒καθώς τα παλιά μοντέλα με τις γυάλινες πλάκες ζύγιζαν ενάμισι κιλό χωρίς τις πλάκες‒ είχε μάθει να αναπνέει, ήρεμος σαν σκοπευτής, και αυτό φαινόταν στις φωτογραφίες, που ήταν σταθερές, με βάθος, και μερικές φορές, όπως συμφωνούσαν ο Μερλ και η Ντάλι, πιο αληθινές, παρόλο που μεταξύ τους δεν είχαν και πολύ καλές σχέσεις με την αλήθεια.

(Όλα τα μοντέλα Kodak Brownie μπορείτε να τα δείτε εδώ. Ο Μερλ μάλλον χρησιμοποιούσε το αρχικό μοντέλο, του 1900.)


Ο Τσαρλς Μάνσον προστάτης του περιβάλλοντος

28/04/2011

Πριν λίγες μέρες, ο γνωστός πνευματικά ασταθής δολοφόνος Τσαρλς Μάνσον μίλησε μέσα από τη φυλακή χρησιμοποιώντας ένα κινητό τηλέφωνο (που κάποιοι του έδωσαν κρυφά, γιατί απαγορεύεται), βρίσκοντας την ευκαιρία να μιλήσει για την… καταστροφή του περιβάλλοντος. Ο Μάνσον καταδικάστηκε το 1971 σε ισόβια για τη δολοφονία οκτώ ατόμων. Ανάμεσά τους ήταν η ηθοποιός (και σύζυγος του Ρόμαν Πολάνσκι) Σάρον Τέιτ, η οποία μάλιστα ήταν και έγκυος όταν τη σκότωσαν.

Πώς συνδέεται αυτό με τον Πίντσον;

Στο Έμφυτο Ελάττωμα (που η μετάφρασή του τελειώνει όπου να ‘ναι), η σκιά του Μάνσον απλώνεται παντού, καθώς αυτό το έγκλημα σήμανε το τέλος της αθωότητας που αποτελούσε βασικό συστατικό της κουλτούρας των χίπηδων. Από εκείνο το σημείο η Αμερική ξεκίνησε μια νέα συντηρητική στροφή, η οποία ουσιαστικά συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο Μάνσον αναφέρεται αρκετές φορές στο βιβλίο, καθώς την εποχή που εκτυλίσσεται η πλοκή έχει ήδη συλληφθεί και έχουν ξεκινήσει οι προδικαστικές έρευνες για την υπόθεση· η φυλακή όπου είναι ακόμη κλεισμένος, το Σαν Κουέντιν, αναφέρεται κι αυτή, όπως επίσης και δυο από τις συνεργούς του, η Λινέτ Φρομ και η Λέσλι βαν Χάουτεν· και τέλος, ένας από τους χαρακτήρες, «απόφοιτος» του συγκεκριμένου σωφρονιστικού ιδρύματος, έχει τατουάζ μια σβάστικα στο κεφάλι του και είναι μέλος της Άριας Αδελφότητας (μιας ομάδας νεοναζί), όπως ακριβώς και ο Μάνσον.

Για περισσότερες πληροφορίες, και για μια ευκαιρία να πάρετε μια ιδέα για το πώς λειτουργεί το μυαλό ενός παράφρονα, κάντε μια βόλτα από τις παρακάτω τρεις ιστοσελίδες:

Daily Mail

Disinformation

Prison Planet


Ο βενετσιάνικος εσπρέσο το 1900

03/02/2011

Μεταφράζοντας το Ενάντια στη Μέρα, είχα συναντήσει αυτήν τη φράση:

Εκεί που καθόταν στην Πιάτσα [εννοεί την πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία] μαζί με άλλους διακόσιους, πίνοντας από μικροσκοπικά φλιτζάνια αυτή την πικρή καμένη λάσπη που εκείνοι οι άνθρωποι αποκαλούσαν καφέ […]

και, καθώς μου αρέσει πολύ ο εσπρέσο, είχα αναρωτηθεί γιατί ο Πίντσον μιλάει τόσο άσχημα γι’ αυτό το είδος καφέ, τη στιγμή μάλιστα που οι λιγοστές πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας φανερώνουν πως και ο ίδιος ο Πίντσον είναι μεγάλος καφεπότης. Από την εμπειρία μου, μόνο ο κακής ποιότητας καφές είναι πικρός, και μόνο ο υπερβολικά καβουρντισμένος έχει γεύση που θυμίζει κάτι καμένο.

Προχτές, λοιπόν, που «ξεφύλλιζα» στο διαδίκτυο κάποιες ιστοσελίδες για τον καφέ, έμαθα ότι οι πρώτες μηχανές εσπρέσο στην Ιταλία στις αρχές του 20ού αιώνα (την εποχή δηλαδή που διαδραματίζεται το Ενάντια στη Μέρα) δούλευαν με ατμό, δηλαδή με νερό σε πολύ υψηλότερη θερμοκρασία απ’ ό,τι οι σημερινές, με χαμηλότερη πίεση, και η εξαγωγή του εσπρέσο διαρκούσε 1 λεπτό, που για τα σημερινά δεδομένα είναι πάρα πολύ. Το (αναμενόμενο) αποτέλεσμα ήταν ένας καφές ξινός, με έντονη γεύση καμένου. Όσο για την πικράδα, είναι πολύ φυσικό ο εσπρέσο, με την έντονη και συμπυκνωμένη γεύση του, να φαίνεται πικρός στον ουρανίσκο ενός ανθρώπου που έχει μάθει στον καφέ από φίλτρο ή σαμοβάρι. Αλλά αυτό για τον ατμό δεν το ήξερα.

Φταίω εγώ μετά που όλα μου θυμίζουν Πίντσον;


Πιντσονικά Χριστούγεννα, Μέρος Ε’: Απογείωση

25/12/2010

Κοντά στην πυροβολαρχία της κάποιο βράδυ, οδηγώντας κάπου στο Κεντ, ο Ρότζερ και η Τζέσικα έφτασαν σε μια εκκλησία πάνω σ’ ένα λοφίσκο ανάμεσα στις σκοτεινές πλαγιές, ολόφωτη, σαν να είχε φυτρώσει μέσα από τη γη. Ήταν Κυριακή απόγευμα, λίγο πριν τον εσπερινό. Άντρες με πανωφόρια, με μουσαμάδες, με σκούρους μπερέδες που έβγαζαν καθώς έμπαιναν, αμερικάνοι αεροπόροι με δερμάτινα επενδυμένα με πρόβειο μαλλί, μερικές γυναίκες με θορυβώδεις μπότες και μαντώ με φαρδιούς ώμους, αλλά χωρίς παιδιά, κανένα παιδί πουθενά, μόνο μεγάλοι, έρχονται πεζή από αεροδρόμια βομβαρδιστικών, καταυλισμούς αεράμυνας, πυροβολεία της παραλίας, μπαίνουν στη νορμανδική πόρτα που είναι καλυμμένη από αμπέλια που ξεχειμωνιάζουν εκεί. Η Τζέσικα είπε: «Α, θυμάμαι…» αλλά δεν συνέχισε. Θυμόταν άλλες εποχές πριν τα Χριστούγεννα, και θαμνοφράχτες χιονισμένους σαν πρόβατα από το παράθυρό της, και το Άστρο έτοιμο να υψωθεί ξανά στον ουρανό.

Ο Ρότζερ σταμάτησε το αυτοκίνητο, και παρακολούθησαν τους μουντούς και ταλαιπωρημένους στρατιωτικούς να μπαίνουν για τον εσπερινό. Ο άνεμος μύριζε φρέσκο χιόνι.

«Πρέπει να γυρίσουμε σπίτι», είπε μετά από λίγο η Τζέσικα, «είναι αργά».

«Θα μπορούσαμε να πάμε μέσα για λίγο».

Ε λοιπόν, αυτό την ξένισε, διάολε, μετά από τόσες εβδομάδες χλευασμού; Ο δύσπιστος εκνευρισμός του με τους άλλους στο Τμήμα Ψ που νόμιζε ότι το ‘χαν βάλει σκοπό να τον κάνουν τρελάρα σαν τους ίδιους, και η τσιγκουνιά που τον είχε πιάσει καθώς λιγόστευαν οι μέρες για τα ψώνια των Χριστουγέννων ― «Δε σε είχα για τέτοιον τύπο», του είπε. Ήθελε όμως κι εκείνη να πάνε μέσα, η νοσταλγία ήταν βαριά στον αποψινό χιονισμένο ουρανό, η φωνή της ήταν έτοιμη να την προδώσει και να τρέξει να ενωθεί με τους καλαντάρηδες, που τα τραγούδια τους ακούγονται τώρα τόσο ταιριαστά από μακριά αυτές τις μέρες της σαρακοστής των Χριστουγέννων που φεύγουν μία-μία, φωνές ηχούν στους παγωμένους λόφους όπου τα διάσπαρτα ορυχεία συνωστίζονται πυκνά σαν σταφίδες σε πουτίγκα … συχνά πάνω από τους ήχους του χιονιού που λιώνει, οι άνεμοι που φυσάνε, όχι μέσα στο χριστουγεννιάτικο αέρα αλλά μέσα στην ουσία του χρόνου, τής φέρνουν αυτές τις παιδικές φωνές που τραγουδάνε για μια δεκάρα, και μπορεί η καρδιά της να μην ήταν έτοιμη να πάρει πάνω της το βάρος και της δικής της και της δικής τους θνητότητας, υπήρχε όμως ο φόβος ότι άρχιζε να τα χάνει αυτά τα παιδιά ― ότι κάποιο χειμώνα θα πήγαινε τρέχοντας να τα δει, να τα βρει έξω από την αυλόπορτα, θα έτρεχε ως τα δέντρα, αλλά μάταια, οι φωνές τους θα έσβηναν μακριά….

Περπάτησαν πάνω στα ίχνη των υπόλοιπων στο χιόνι, εκείνη σοβαρή στο μπράτσο του, ο άνεμος έμπλεκε τα μαλλιά της, τα τακούνια γλίστρησαν μια φορά στον πάγο. «Για ν’ ακούσουμε τη μουσική», τής εξήγησε.

Η αποψινή αυτοσχέδια χορωδία ήταν όλη αντρική, οι επωμίδες φαίνονταν κάτω από τους μεγάλους λαιμούς των λευκών ράσων, και τα πρόσωπα ήταν σχεδόν το ίδιο λευκά από την εξάντληση σε βρεγμένα και λασπωμένα αεροδρόμια, τις νυχτερινές βάρδιες, τα σχοινιά που τεντώνονται από τα νευρικά μπαλόνια που μαζεύουν ήλιο ανάμεσα στα σύννεφα, τις τέντες που τα φώτα τους μέσα έλαμπαν μοναχικά στο λυκόφως, σαν ψυχές, μέσα από τους χαραγμένους με διασταυρούμενες γραμμές τοίχους, κάνοντας το καναβάτσο να μοιάζει με λεπτή γάζα, ενώ ο άνεμος το χτυπούσε σαν ταμπούρλο. Υπήρχε όμως κι ένα μαύρο πρόσωπο, ο κόντρα τενόρος, ένας τζαμαϊκανός δεκανέας, που τον είχαν φέρει εδώ από το ζεστό νησί του ― από τα τραγούδια της νιότης του μέσα στα γιομάτα καπνό και ρούμι σαλόνια της Χάι Χόλμπορν Στρητ όπου οι ναύτες πετάνε τεράστια κόκκινα πυροτεχνήματα, μιλάμε για ένα τέταρτο μιας ράβδου δυναμίτη, πάνω από τις παλινδρομικές πόρτες και τρέχουν απέναντι χασκογελώντας, ή βγαίνουν έξω με κορίτσια με ψηλές φούστες, κορίτσια του νησιού, κινεζούλες και γαλλιδούλες … λιωμένες λεμονόφλουδες στα αυλάκια του δρόμου αρωμάτιζαν τα πρωινά που τραγουδούσε «μήπως είδατε την καλή μου Λόλα, με κορμί σαν μπουκάλι Κόκα-Κόλα», ναύτες έτρεχαν πάνω κάτω στις καφετιές σκιές των στενών, με μαντήλια και παντελόνια ν’ ανεμίζουν, και τα κορίτσια μαζεμένα να σιγοψιθυρίζουν και να γελούν … κάθε πρωί άδειαζε από την τσέπη του κέρματα όλων των εθνών. Από το γεμάτο φοινικιές Κίνγκστον, οι περίπλοκες ανάγκες της Αγγλοαμερικανικής Αυτοκρατορίας (1939-1945) τον είχαν φέρει σ’ αυτήν την κρύα και γεμάτη αρουραίους εκκλησία, σχεδόν σε απόσταση ακοής από μια βόρεια θάλασσα που μόλις είχε δει μια φορά καθώς τη διέσχιζε, στην ακολουθία του απόδειπνου, όπου το πρόγραμμα σήμερα έχει γρηγοριανά μέλη στα Αγγλικά, και πετάγεται που και που στην πολυφωνία: Τόμας Τάλις, Χένρι Πέρσελ, ακόμη κι ένα μακαρονικό του δέκατου πέμπτου αιώνα, που αποδίδεται στον Χάινριχ Ζούζο:

In dulci jubilo
Nun singet und seid froh!
Unsers Herzens Wonne
Leit in praesipio,
Leuchtet vor die Sonne
Matris in gremio.
Alpha es et O.

Με την ψηλή φωνή του μαύρου να υψώνεται πάνω από τις άλλες, όχι με κεφαλικό φαλσέτο αλλά κανονική, από το ειλικρινές του στήθος, μια φωνή βαρύτονου που έφτασε σ’ αυτήν την έκταση μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς σαν ξυλοκόπος … έφερνε καφετιά κορίτσια ανάμεσα σ’ αυτούς τους αμήχανους Προτεστάντες, στα αρχαία μονοπάτια που είχε ανοίξει η μουσική, τη Μεγάλη και τη Μικρή Ανίτα, τη Στιλέτο Μέι, την Πλονζέτ που το θέλει ανάμεσα στα βυζιά της και το κάνει έτσι τζάμπα ― και καλά τα Λατινικά, αλλά Γερμανικά; σε αγγλική εκκλησία; Αυτά δεν είναι τόσο αιρέσεις όσο συνέπειες της αυτοκρατορίας, αναγκαίες όπως και η παρουσία του μαύρου, πράξεις ελάσσονος σουρεαλισμού ― που βαλμένες μέσα στην ακολουθία είναι πράξεις αυτοκτονίας, αλλά μέσα στην παθολογία της, μέσα στη χωρίς όνειρα ερμηνεία της για το πραγματικό, η Αυτοκρατορία τις διαπράττει κατά χιλιάδες κάθε μέρα, σε παντελή άγνοια του τι κάνει…. Έτσι η καθάρια φωνή του κόντρα τενόρου ανέβαινε στα ύψη, έβρισκε το δρόμο για να ανυψώσει την καρδιά της Τζέσικα και ακόμα και του Ρότζερ, όπως φανταζόταν εκείνη διακινδυνεύοντας κάποιες πλάγιες ματιές στο πρόσωπό του μέσα από τα καστανά φαντάσματα των μαλλιών της, στη διάρκεια ρετσιτατίβων ή στο τέλος των κομματιών. Δεν ήταν μηδενιστικός, ούτε καν στα ψέματα. ‘Ηταν…

Όχι, η Τζέσικα ποτέ δεν έχει δει το πρόσωπό του ακριβώς έτσι, στο φως που έριχναν μερικές κρεμασμένες λάμπες πετρελαίου, με φλόγες σταθερές και πολύ κίτρινες, στην πιο κοντινή τα δυο αποτυπώματα από τα δάχτυλα του νεωκόρου, λεπτεπίλεπτα σαν από γύρη, να σχηματίζουν το V της νίκης γύρω στην κοιλιά του γυαλιού, το δέρμα του Ρότζερ περισσότερο παιδικό ροζ, τα μάτια του να λάμπουν πιο πολύ απ’ ό,τι θα δικαιολογούσε το φως από τις λάμπες ― έτσι δεν είναι; ή μήπως έτσι θέλει εκείνη να είναι; Η εκκλησία είναι τόσο κρύα όσο κι η νύχτα απέξω. Μυρίζει υγρό μαλλί, πίκρα στις ανάσες αυτών των επαγγελματιών, καπνός από κεριά και κερί που λιώνει, πνιγμένες κλανιές, δυναμωτικό μαλλιών, το ίδιο το πετρέλαιο που καίγεται, που περικλείνει τις άλλες οσμές μ’ έναν τρόπο μητρικό, που ανήκει περισσότερο στη Γη, σε βαθιά στρώματα, σε άλλες εποχές, και άκου … άκου: αυτός είναι ο εσπερινός του Πολέμου, η ακολουθία των ωρών του Πολέμου, και η νύχτα είναι πραγματική. Μαύρα πανωφόρια συνωστίζονται, άδειες κουκούλες γεμάτες πυκνές εκκλησιαστικές σκιές. Πέρα στην ακτή οι γυναίκες της βοηθητικής υπηρεσίας του ναυτικού δουλεύουν ακόμα μέσα στα κρύα, άδεια, ερειπωμένα κτίρια, οι γαλάζιοι πυρσοί τους είναι σαν νεογέννητα αστέρια στο παλιρροϊκό βράδυ. Σιδερένιες πλάκες ταλαντεύονται στον ουρανό, σαν μεγάλα μεταλλικά φύλλα, κρεμασμένες από σχοινιά που τρίζουν αναδίνοντας θραύσματα ήχου. Σε ανάπαυση, ή σε ετοιμότητα, οι φλόγες των πυρσών, απαλές, γεμίζουν τα στρογγυλά γυάλινα καντράν των μετρητών με βερικοκί φως. Στις αποθήκες των υδραυλικών, που είναι παγωμένες και κροταλίζουν όταν πνέουν θύελλες στα στενά, υπάρχουν χιλιάδες παλιά μεταχειρισμένα σωληνάρια οδοντόπαστας, σε σωρούς που συχνά φτάνουν ως το ταβάνι, χιλιάδες καταθλιπτικές πρωινές ανθρωποώρες που έγιναν ανεκτές, που μετατράπηκαν σε αναθυμιάσεις μέντας και άχαρο τραγούδι που άφησε άσπρα στίγματα στους καθρέφτες από υδράργυρο από το Χάροου ως το Γκρέιβσεντ, χιλιάδες παιδιά που έφτυναν αφρό από στόματα με μαλακή οδοντική πλάκα, που έχαναν εύκολα χίλιες φορές περισσότερες λέξεις ανάμεσα στις ασβεστώδεις φουσκάλες ― γκρίνιες για τον ύπνο, συνεσταλμένες δηλώσεις αγάπης, ειδήσεις για χοντρά ή ημιδιαφανή, χνουδωτά ή απαλά όντα από τη χώρα κάτω από το πάπλωμα ― αμέτρητες γλυκοριζο-σαπουνιστές στιγμές που φτύστηκαν κι έπεσαν μέσα στους υπονόμους και στο γκρίζο στόμιο εκβολής που σιγά σιγά σάπιζε, τα πρωινά στόματα μεγάλωναν με τη μέρα, γεμάτα πουρί από καπνό και ψάρι, ξεραμένα από το φόβο, βρόμικα από την απραξία, πλημμύριζαν με τη σκέψη γευμάτων που δεν μπορούσαν να έχουν, αλλά συμβιβάζονταν με τα σκουπίδια της εβδομάδας σε αδενόπιτες, γάλα σε σκόνη, σπασμένα μπισκότα στα μισά σημεία απ’ ό,τι συνήθως, και η μινθόλη είναι μια θαυμάσια εφεύρεση, έτσι δεν είναι, παίρνεις ακριβώς όση χρειάζεσαι κάθε πρωί, και μετά μετατρέπεται σε σκονισμένες μεγάλες φουσκάλες που ψηφοθετούνται σκληρές και στάσιμες ανάμεσα στις γεμάτες πίσσα ακτές, στην περίπλοκη και δεξιοτεχνική σχεδιαστικά τροφοδοσία των σωλήνων, πολλαπλασιάζεται μέσα στη θάλασσα, καθώς ένα-ένα αυτά τα παλιά σωληνάρια οδοντόπαστας αδειάζουν κι επιστρέφουν στον Πόλεμο, σωροί από ελαφρά αρωματικό μέταλλο, φαντάσματα μέντας στις χειμωνιάτικες καλύβες, κάθε σωληνάριο τσαλακωμένο ή ζουληγμένο ανάμεσα σε ασυναίσθητα λονδρέζικα χέρια σε σχήματα παρεμβολών, τώρα περιμένουν ― είναι πραγματική επιστροφή ― να λιώσουν και να γίνουν κόλληση, λαμαρίνα, κράμα για καλούπια, ρουλεμάν, φλάντζες, μεταλλικές επενδύσεις που τα παιδιά εκείνης της άλλης εγχώριας ενσάρκωσης δεν θα δουν ποτέ. Όμως η συνέχεια, από σάρκα σε συγγενικά μέταλλα και πίσω στην απέραντη θάλασσα, έχει διατηρηθεί. Δεν είναι ο θάνατος που χωρίζει αυτές τις ενσαρκώσεις, αλλά το χαρτί: χάρτινα συμβόλαια, χάρτινες διαδικασίες. Ο Πόλεμος, η Αυτοκρατορία, θα διευκολύνουν την ύπαρξη τέτοιων εμποδίων ανάμεσα στις ζωές μας. Ο Πόλεμος έχει ανάγκη να διαιρεί μ’ αυτό τον τρόπο, και να υποδιαιρεί, παρόλο που η προπαγάνδα του πάντα υπογραμμίζει την ενότητα, τη συμμαχία, τη συνεργασία. Ο Πόλεμος δε φαίνεται να θέλει μια λαϊκή συνείδηση, ούτε καν του είδους που έχουν μηχανευτεί οι Γερμανοί, ein Volk ein Führer ― θέλει μια μηχανή με πολλά χωριστά μέρη, όχι ενότητα αλλά πολυπλοκότητα…. Κανείς όμως δεν μπορεί να αποτολμήσει να πει τι θέλει ο Πόλεμος, τόσο πελώριος και ακατάδεχτος που είναι … τόσο συστηματικά απών. Ίσως μάλιστα ο Πόλεμος να μην είναι καν επίγνωση ― ούτε καν ζωή, εδώ που τα λέμε. Ίσως να υπάρχει μόνο κάποια ωμή, τυχαία ομοιότητα με τη ζωή. Στη «Λευκή Οπτασία» υπάρχει κάποιος σχιζοφρενής από παλιά, ξέρετε, που πιστεύει ότι αυτός ο ίδιος είναι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Δεν παίρνει εφημερίδες, αρνείται να ακούσει ραδιόφωνο, παρόλα αυτά όμως, την ημέρα της απόβασης στη Νορμανδία, παραδόξως η θερμοκρασία του ανέβηκε στους 40°. Τώρα, καθώς ο κλοιός από ανατολή και δύση συνεχίζει το αργό ανακλαστικό του σφίξιμο, μιλάει για σκοτάδι που εισβάλλει στο μυαλό του, για συντριβή του εαυτού…. Η αντεπίθεση του Ρούντστετ όμως του έδωσε νέα πνοή, τον ξαναζωντάνεψε ― «Είναι ένα όμορφο χριστουγεννιάτικο δώρο», εξομολογήθηκε στον διοικητή της πτέρυγάς του, «είναι η εποχή της γέννησης, των νέων αφετηριών». Όποτε πέφτουν οι ρουκέτες ― αυτές που μπορούν να ακουστούν ― χαμογελάει, σηκώνεται και περιδιαβαίνει την πτέρυγα, με δάκρυα έτοιμα να ξεχυθούν από τις άκρες των χαρούμενων ματιών του, με μια τέτοια ροδαλή ευεξία που τελικά μεταδίδει χαρά και στους άλλους ασθενείς. Οι μέρες του είναι μετρημένες. Θα πεθάνει τη Μέρα της Νίκης στην Ευρώπη. Αν δεν είναι όντως ο Πόλεμος, τότε είναι ο νεαρός αναπληρωτής του, που ζει σε έκσταση για κάποια περίοδο αλλά, όταν έρθει η μέρα της τελετής, πρόσεχε. Ο πραγματικός βασιλιάς έχει μόνο έναν πλαστό θάνατο. Θυμήσου. Οποιοσδήποτε αριθμός νεαρών αντρών μπορεί να επιλεγεί να πεθάνει στη θέση του, ενώ ο πραγματικός βασιλιάς, ο κατεργάρης γερομπάσταρδος, συνεχίζει να ζει. Θα κάνει άραγε την εμφάνισή του κάτω από το Άστρο, γονατίζοντας με πανουργία μαζί με τους άλλους βασιλιάδες καθώς πλησιάζουμε στο χειμερινό ηλιοστάσιο; Θα φέρει στο σαράι δώρα, βολφράμιο, κορδίτιδα, καύσιμα υψηλού βαθμού οκτανίων; Το παιδί άραγε θα υψώσει τότε το βλέμμα του από τα χρυσά του άχυρα, θα κοιτάξει μέσα στα μάτια τον γέρο βασιλιά που ξεδιπλώνεται και λυγίζει, ψηλός, από πάνω, σκύβει για να προσφέρει το δώρο του, θα συναντηθούν άραγε τα μάτια, και ποιο μήνυμα, ποιος πιθανός χαιρετισμός ή συνεννόηση θα ρεύσει ανάμεσα στον βασιλιά και στο βρέφος-πρίγκηπα; Το μωρό χαμογελάει, ή είναι απλώς στομαχικά αέρια; Τι απ’ τα δυο θέλετε να είναι;

Η σαρακοστή των Χριστουγέννων έρχεται με το φύσημα της αύρας από τη θάλασσα, που απόψε στο ηλιοβασίλεμα έλαμπε πράσινη και απαλή σαν γυαλί πλούσιο σε σίδηρο: μας φυσάει καθημερινά, και όλος ο ουρανός ψηλά είναι γεμάτος αγίους και λεπτές τρομπέτες αγγέλων. Άλλος ένας χρόνος γεμάτος νυφικά εγκαταλειμμένα στην καρδιά του χειμώνα, που δεν χρειάστηκαν ποτέ, κρεμασμένα πια σε ήρεμες σειρές από σατέν, τα λευκά σουφρωμένα βέλα έχουν αρχίσει να κιτρινίζουν, κυματίζοντας ελαφρά με το πέρασμά σου μόνο, θεατή … επισκέπτη στην πόλη σε όλα τα αδιέξοδα…. Που βλέπεις φευγαλέα στα φορέματα την αντανάκλασή σου μια ή δυο φορές, σχεδόν σαν σκιά, μόνο ασαφή χρώματα της σάρκας πάνω στο peau de soie, που σε παροτρύνει να μπεις μέσα, όπου μυρίζεις το πρώτο φρικτό άγγιγμα από τους μύκητες, γιατί περί αυτού πρόκειται ― σκεπάζοντας κάθε ίχνος της δικής της οσμής, η μεσοαστική μέλλουσα νύφη ιδρώνει ψευτοαριστοκρατικό σαπούνι και πούδρα. Παρθένα όμως στην καρδιά της, στις ελπίδες της. Καμιά σχέση με τη λαμπρή ελβετική ή κρυστάλλινη εποχή που ξέρετε, εδώ έχει σκοτεινά κύματα τη μέρα με σύννεφα και χιόνι να πέφτουν σαν φορέματα στην εξοχή, φορέματα του χειμώνα, απαλά τη νύχτα, μια σχεδόν χωρίς πνοή ανάσα γύρω σου. Στους σταθμούς της πόλης οι φυλακισμένοι επιστρέφουν από την Ινδοκίνα, περιφέροντας τα αποστεωμένα τους κορμιά, αδύνατοι σαν τους ονειροπαρμένους ή τα αερικά, ανάμεσα σε παιδικά καροτσάκια με χρωμιωμένα ελατήρια και μαύρο δέρμα που αντηχούν σαν δέρμα τυμπάνου, μωρουδίστικα καρεκλάκια από ανοιχτόχρωμο ξύλο, ροζ και γαλάζια, με γδαρμένα και λεκιασμένα από χυλό λουλουδάκια, σπαστά παιδικά κρεβάτια και αρκουδάκια με κόκκινες τσόχινες γλώσσες, μωρουδίστικες κουβέρτες με φωτεινά παστέλ συννεφάκια μέσα σε μυρωδιές από κάρβουνο και ατμό, τα μεταλλικά διαστήματα, ανάμεσα σ’ αυτούς που στέκονται στις ουρές, αυτούς που πηγαινοέρχονται στο πλήθος, αυτούς που λαγοκοιμούνται, που έχουν έρθει κατά εκατοντάδες για τις διακοπές, παρά τις προειδοποιήσεις, τη σοβαρότητα του κ. Μόρισον του Υπουργού, τον υπόγειο κάτω από το ποτάμι που τώρα μπορεί να τρυπήσει από μια γερμανική ρουκέτα, ακόμη και τώρα που γράφονται αυτές οι λέξεις, τις απουσίες που μπορεί να τους περιμένουν, τις διευθύνσεις που σίγουρα δεν μπορεί να υπάρχουν πια. Τα μάτια από την Μπούρμα, από το Τόνκιν, δες αυτές τις γυναίκες στις εκατοντάδες καρτερίες τους ― κοιτάζουν μέσα από μπλε κόγχες, μέσα από πονοκεφάλους που κανένα Αλασίλ δεν μπορεί να μετριάσει. Ιταλοί αιχμάλωτοι πολέμου βρίζουν κάτω από ταχυδρομικούς σάκους που ξεφυσάνε, και η κλαγγή τους αντηχεί τώρα κάθε ώρα, σε εποχιακή αύξηση, γεμίζοντας τα χιονισμένα φορτία των τραίνων σαν μανιτάρια, λες και τα τρένα ήταν υπόγεια όλη τη νύχτα, περνώντας μέσα από τη χώρα των νεκρών. Αν αυτοί οι μακαρονάδες τραγουδούν πότε-πότε, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι δεν θα είναι η «Giovinezza» αλλά μάλλον κάτι από Ριγολέτο ή Λα Μποέμ ― όντως το Ταχυδρομείο σκέφτεται να εκδώσει μια λίστα με Μη Αποδεκτά Τραγούδια, με ακόρντα για γιουκαλίλι σαν βοήθημα για την άμεση αναγνώρισή τους. Το κέφι τους και η διάθεση που έχουν αυτοί οι τύποι για τραγούδι είναι αυθεντικά ως κάποιο σημείο ― καθώς όμως μαζεύονται οι μέρες, καθώς αυτό το όργιο χριστουγεννιάτικων ευχών καθημερινά παίρνει διαστάσεις κι αρχίζει να γίνεται αρρωστημένο, χωρίς να φαίνεται στον ορίζοντα καμιά ανάσχεση, τουλάχιστον μέχρι τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, αποφασίζουν να είναι πιο επαγγελματικά Ιταλοί, ρίχνουν πονηρές ματιές στις διακομιζόμενες γυναίκες, βρίσκουν τεχνικές ισορρόπησης των σάκων με το ένα χέρι ενώ το άλλο το παίζει νεκρό ― cioé, ζωντανό υπό όρους ― εκεί που τα πλήθη γίνονται πιο θηλυκά, πιο ακανόνιστα … τέλος πάντων, πιο υποσχόμενα. Η ζωή πρέπει να συνεχιστεί. Και οι δυο τύποι αιχμαλώτων το αναγνωρίζουν, αλλά δεν υπάρχει mano morto για τους Εγγλέζους που επιστρέφουν από την Ινδοκίνα, δεν υπάρχει κανένα άλμα από το νεκρό στο ζωντανό με τη συναίνεση κάποιου πιθανού γοφού ή μηρού ― κανένα παιχνίδι, για όνομα του Θεού, για τη ζωή και το θάνατο! Δεν θέλουν άλλες περιπέτειες: μόνο την γυναικούλα τους να ασχολείται με την κουζινούλα τους ή να ζεσταίνει το κρεβατάκι τους, να παίζουν κρίκετ το χειμώνα, θέλουν το ημιανεξάρτητο σπιτάκι τους και την κυριακάτικη υπνηλία ενός ξεραμένου κήπου με νεκρά φύλλα. Κι αν κάνει την εμφάνισή του κι ο θαυμαστός καινούριος κόσμος, κάτι τέτοιο απροσδόκητο, α, μα τότε θα έχουν οπωσδήποτε χρόνο να προσαρμοστούν…. Θέλουν όμως, αυτή τη βδομάδα, τη σχεδόν μεταπολεμική πολυτέλεια να αγοράσουν ένα ηλεκτρικό τραινάκι για το παιδί, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο ο καθένας να φωτίσει τα δικά του καλοφροντισμένα προσωπάκια, που διαβαθμίζουν την αποξένωσή του, γνωστές φωτογραφίες που τώρα έχουν ζωντανέψει, με ωωω και ααα, αλλά όχι ακόμα, όχι εδώ στο σταθμό, δεν μπορούν να κάνουν εδώ καμιά από τις αναγκαίες χειρονομίες: ο Πόλεμος έχει απωθήσει, έχει θάψει αυτά τα απερίσκεπτα και καταστρεπτικά σήματα αγάπης. Τα παιδιά έχουν ξετυλίξει τα περσινά παιχνίδια κι έχουν βρει μετενσαρκωμένα κονσερβοκούτια Σπαμ, κι έχουν υποψιαστεί ότι αυτή ίσως είναι η άλλη και, ποιος ξέρει, αναπόφευκτη πλευρά του χριστουγεννιάτικου παιχνιδιού. Στους ενδιάμεσους μήνες ― εξοχικές άνοιξες και καλοκαίρια ― έπαιζαν με πραγματικά κονσερβοκούτια ― άρματα, αντιαρματικά, πολυβολεία, θωρηκτά αναπτύσσονταν ροζ, κίτρινα και γαλάζια στα σκονισμένα πατώματα σε αποθήκες ή καντίνες, κάτω από τα ράντζα ή τα ντιβάνια της εξορίας τους. Τώρα ήρθε πάλι η ώρα. Το γύψινο μωρό, τα βόδια τα πασπαλισμένα με χρυσόσκονη και τα πρόβατα με τα ανθρώπινα μάτια γίνονται ξανά αληθινά, η μπογιά ζωντανεύει και γίνεται σάρκα. Το να πιστεύουν δεν είναι ένα τίμημα που πρέπει να πληρώσουν ― συμβαίνει μόνο του. Αυτό είναι το Νέο Βρέφος. Τη μαγική νύχτα της παραμονής, τα ζώα θα μιλήσουν, και ο ουρανός θα είναι σαν γάλα. Ο παππούς κι η γιαγιά, που κάθε βδομάδα περίμεναν το Ραδιοφωνικό Γιατρό για να ρωτήσουν Τι είναι οι Αιμορροΐδες; Τι είναι το Εμφύσημα; Τι είναι η Καρδιακή Προσβολή; θα περιμένουν πέρα από τα όρια της αϋπνίας, σε ετοιμότητα, περιμένοντας το ετήσιο ανέφικτο όχι να συμβεί, αλλά με κάποιο τόσο δα κατάλοιπο ελπίδας ― αυτή είναι όντως η πλαγιά του λόφου, ο ουρανός μπορεί όντως να μας δείξει κάποιο φως ― σαν μια δυνατή συγκίνηση, μια καλή στιγμή που ήθελες πάρα πολύ, που δεν είναι τελείως απογοητευτική αλλά που απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί θαύμα … συνεχίζουν να αγρυπνούν τυλιγμένοι στα μάλλινά τους, με προσποιητή πίκρα, αλλά με το κατάλοιπο μέσα τους να περνάει από μια νέα χειμερινή ζύμωση κάθε χρόνο, κάθε φορά κάπως λιγότερο, αλλά πάντα έτοιμο για αναβίωση αυτή την εποχή…. Είναι σχεδόν γυμνοί πια, τα γυαλιστερά σακάκια και οι βραδινές τουαλέτες της εποχής της ακμής τους, τότε που έτρεχαν στις παμπ, έχουν εδώ και καιρό γίνει κουρέλια για να μονώνουν τους σωλήνες του ζεστού νερού και τις θερμάστρες των ιδιοκτητών, των ξένων, για να κρατάνε τις ταυτότητες των σπιτιών απέναντι στο χειμώνα. Ο Πόλεμος χρειάζεται κάρβουνο. Έχουν κάνει τα προτελευταία βήματά τους, έχουν παρακολουθήσει τις πιστοποιήσεις του Ραδιοφωνικού Γιατρού σχετικά με αυτά που ξέρουν για τα σώματά τους, και τα Χριστούγεννα είναι γυμνοί και αγαθοί κάτω από αυτό το μάλλινο, καταθλιπτικό, φτωχικό και γεροντίστικο φάσκιωμά τους. Τα ηλεκτρικά ρολόγια τους πάνε πιο γρήγορα, ακόμα και το Μπιγκ Μπεν θα πηγαίνει πιο γρήγορα τώρα μέχρι να φτάσει η καινούρια άνοιξη, όλα πάνε πιο γρήγορα, και κανείς άλλος δεν φαίνεται να καταλαβαίνει ή να νοιάζεται. Ο Πόλεμος χρειάζεται ηλεκτρισμό. Είναι ένα ζωηρό παιχνίδι, σαν Ηλεκτρική Μονόπολη, ανάμεσα στις ηλεκτρικές εταιρίες, την Κεντρική Επιτροπή Ηλεκτρισμού και άλλες πολεμικές υπηρεσίες, για να κρατήσουν την ώρα του ηλεκτρικού δικτύου συγχρονισμένη με την ώρα Γκρήνουιτς. Μέσα στη νύχτα, στα πιο βαθιά τσιμεντένια πηγάδια της νύχτας, δυναμό που η τοποθεσία τους είναι απόρρητη γυρίζουν ταχύτερα, και, σε ανταπόκριση, το ίδιο κάνουν και οι δείκτες των ρολογιών, σε σχέση με τα γέρικα, άυπνα μάτια ― μαζεύουν τα λεπτά τους με οξύ ήχο που η συχνότητά του ανεβαίνει πλησιάζοντας τον ίλιγγο της σειρήνας. Είναι το Τρελό Καρναβάλι της Νύχτας. Υπάρχει ευθυμία κάτω από τις σκιές των λεπτοδεικτών. Υστερία στα χλωμά καντράν ανάμεσα στους αριθμούς. Οι ηλεκτρικές εταιρίες μιλούν για φορτία, πολεμικές απορροφήσεις ενέργειας τόσο μεγάλες που τα ρολόγια θα ξαναπάνε πιο αργά, εκτός κι αν αυτό το νυχτερινό προβάδισμα υποσκελιστεί, αλλά τα φορτία που καθημερινά αναμένονται δεν εμφανίζονται, και το δίκτυο τρέχει βαθμιαία όλο και πιο γρήγορα, και τα γέρικα πρόσωπα στρέφονται προς τις προσόψεις των ρολογιών και σκέφτονται σκευωρία, και οι αριθμοί στροβιλίζονται προς τη Γέννηση του Χριστού, μια βία, ένας καινοφανής αστέρας στην καρδιά που θα μας αλλάξει όλους, θα μας ξαναγυρίσει στις ξεχασμένες ρίζες αυτού που είμαστε. Αλλά, πάνω από τη θάλασσα, η ομίχλη απόψε είναι ακόμα ένα μαργαριτάρι που σχηματίζεται απαλά. Πάνω στην πόλη σπινθηρίζουν βίαια οι λυχνίες βολταϊκού τόξου, φωτίζοντας πνιγμένα τις κεντρικές γραμμές των δρόμων, με φως πολύ λευκό για κερί, πολύ ψυχρό για ολοκαύτωμα … τα ψηλά κόκκινα λεωφορεία λικνίζονται, όλοι οι προβολείς των αυτοκινήτων βάσει κανονισμού ξεσκέπαστοι τώρα πια παρακάμπτουν, διασταυρώνονται, συγκρούονται και τυφλώνουν, μεγάλες ξεκομμένες χούφτες υγρασίας διέρχονται με τον άνεμο, ερημωμένες σαν τις παραλίες κάτω από τη μαργαρένια ομίχλη, που τα συρματοπλέγματά τους, που ποτέ δε γνώρισαν το εσωτερικό τσίμπημα του ρεύματος, που απλώς κάθονται παθητικά, σκουριάζοντας μέσα στη νύχτα, τώρα πλέκονται σαν υποβρύχιο γρασίδι, σε δακτυλίους, παγερά, κοφτερά σαν σκορπιοί, ενώ τα χωρίς αποτυπώματα μίλια άμμου πίσω από τα καταδρομικά, εγκαταλειμμένα από τα τελευταία καλοκαίρια της ειρήνης, που κάποτε πρόσφερε διακοπές στον παλιό κόσμο, κρασί και ελαιώνες και απογεύματα γεμάτα καπνό πίπας στην άλλη πλευρά του Πολέμου, τώρα έχουν απογυμνωθεί, σκουριασμένοι άξονες και υποστηρίγματα και μυρωδιά από την ίδια άλμη όπως και αυτή η παραλία που δεν μπορείς να περπατήσεις εξαιτίας του Πολέμου. Πάνω από τους λόφους, πέρα από τους προβολείς όπου τα αποδημητικά πουλιά το φθινόπωρο γέμιζαν τις ακτίνες κάθε νύχτα κι έμεναν εκεί μέχρι που έπεφταν από τον ουρανό εξαντλημένα, βροχή από νεκρά πουλιά, το εκκλησίασμα του απόδειπνου κάθεται στη χωρίς θέρμανση εκκλησία, τουρτουρίζοντας, άφωνο, ενώ η χορωδία ρωτάει: που είναι οι χαρές; Μα πού αλλού παρά εκεί όπου οι Άγγελοι ψάλλουν νέους ύμνους και οι καμπάνες σημαίνουν στην αυλή του Βασιλέως. Eia― ένας αλλόκοτος χιλιόχρονος στεναγμός ― eia, wärn wir da! να ήμασταν εκεί…. Οι κουρασμένοι άντρες και ο μαύρος πρωτοστάτης τους αγγίζουν όσο πιο μακριά μπορούν, όσο μακριά από τα προβατένια τους ρούχα όσο ο χρόνος τους αφήνει να ξεστρατίζουν. Έλα λοιπόν. Άσε τον πόλεμό σου για λίγο, το χάρτινο ή σιδερένιο πόλεμο, γεμάτο πετρέλαιο ή σάρκα, έλα μέσα με την αγάπη σου, το φόβο σου της ήττας, την εξάντλησή σου απ’ αυτόν. Όλη μέρα σε κατατρώει, σε καταναγκάζει, σε περιπαίζει, διεκδικεί την πίστη σου σε τόσα πράγματα που δεν είναι αλήθεια. Αυτός είσαι άραγε, το αμυδρά εγκληματικό πρόσωπο στην ταυτότητά σου, που η ψυχή του αρπάχτηκε από την κρατική φωτογραφική μηχανή καθώς το διάφραγμα έπεφτε σαν γκιλοτίνα ― ή ίσως αφέθηκε να μείνει πίσω μαζί με την καρδιά σου, στην Καντίνα της Εισόδου Σκηνής, όπου μετράνε τα έσοδα της βραδιάς, τα κορίτσια από την NAAFI, τα κορίτσια που τα λένε Αϊλήν, ταξινομούν προσεκτικά σε κατεψυγμένα διαμερίσματα τα σκληρά και ελαστικά καφεκόκκινα όργανα με την κίτρινη γαρνιτούρα λίπους ― πω-πω, Λίντα, έλα εδώ και πιάσε αυτό εδώ, βάλε το δάχτυλό σου μέσα στην καρδιακή κοιλία εδώ, είναι φοβερό, δουλεύει ακόμα…. Όλοι εκείνοι που δεν υποπτεύεσαι είναι μέσα στο κόλπο, όλοι εκτός από σένα: ο εφημέριος, ο γιατρός, η μητέρα σου που ελπίζει να κρεμάσει εκείνο το Χρυσό Αστέρι, η ανιαρή σοπράνο χθες το βράδυ στο Πρόγραμμα Εσωτερικού, ας μην ξεχνάμε τον κ. Νόελ Κάουαρντ, που τόσο στυλίστας και χαριτωμένος σχετικά με τον θάνατο και τη μετά θάνατο ζωή γέμιζε για τέταρτο συνεχή χρόνο το θέατρο Ντάτσες, τα παιδιά από το Χόλιγουντ να μας λένε πόσο υπέροχα είναι όλα εδώ, τι πλάκα που έχει, ο Γουόλτ Ντίσνεϊ να κάνει τον Ντάμπο τον ελέφαντα να γραπώνεται από εκείνο το φτερό όπως τόσα κουφάρια κάτω απ’ το χιόνι απόψε ανάμεσα στα ασπρισμένα άρματα, τόσα χέρια παγωμένα το καθένα γύρω από ένα Θαυμαστό Μετάλλιο, τυχερό κομμάτι φθαρμένο κόκκαλο, μισό δολάριο με το χαμογελαστό ήλιο να ξεπροβάλλει κάτω από το φόρεμα της Ελευθερίας, σφίγγοντας, αναίσθητα, όταν έπεσε εκείνη η 88άρα οβίδα ― τι λες, είναι παιδική ιστορία; Δεν υπάρχουν τέτοιες. Τα παιδιά έχουν φύγει κι ονειρεύονται, αλλά στην Αυτοκρατορία δεν υπάρχει θέση για όνειρα και εδώ απόψε είναι Μόνο για Ενήλικες, εδώ σ’ αυτό το κρησφύγετο με τις λάμπες να καίνε βαθιά, με προκάμβριες αναθυμιάσεις, ελκυστικές σαν μαγείρεμα, βαριές σαν καπνιά. Και 60 μίλια ψηλά, οι ρουκέτες κρέμονται εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή πάνω από τη σκοτεινή Βόρεια Θάλασσα πριν πέσουν, όλο και πιο γρήγορα, σε πορτοκαλιά θερμότητα, σαν Άστρα των Χριστουγέννων σε ανίσχυρη βουτιά στη Γη. Πιο χαμηλά στον ουρανό, οι ιπτάμενες βόμβες έχουν βγει κι αυτές έξω, μουγκρίζοντας σαν τον Εχθρό, ψάχνοντας ποιον να καταβροχθίσουν. Ο δρόμος για το σπίτι θα είναι μακρύς απόψε. Άκου το τραγούδι αυτών των ψευτο-αγγέλων, η μετάληψή σου ας είναι τουλάχιστον να ακούσεις, έστω κι αν δεν εκφράζουν τις ακριβείς ελπίδες σου, τον ακριβή, σκοτεινό σου τρόμο, άκου. Θα πρέπει να υπήρχε εσπερινός εδώ πολύ πριν την είδηση του Χριστού. Σίγουρα όσο υπήρχαν νύχτες τόσο άσχημες όσο η αποψινή ― κάτι για να αυξήσει την πιθανότητα μιας άλλης νύχτας που θα μπορούσε, με αγάπη και λαλήματα πετεινών, να φωτίσει το δρόμο για το σπίτι, να διώξει τον Εχθρό, να καταστρέψει τα σύνορα ανάμεσα στις χώρες μας, στα σώματά μας, στις ιστορίες μας, που είναι όλες ψεύτικες, για το ποιοι είμαστε: γι’ αυτή τη μία νύχτα θα μείνει μόνο ο φωτεινός δρόμος για το σπίτι και η ανάμνηση του βρέφους που είδες, του τόσο εύθραυστου, υπάρχουν πολλά σκατά σ’ αυτούς τους δρόμους, καμήλες και άλλα κτήνη κινούνται βαριά απ’ έξω, κάθε οπλή μια πιθανότητα να τον συντρίψει, να τον κάνει απλώς άλλον ένα Μεσσία, και σίγουρα κάποιος εδώ γύρω ήδη στοιχηματίζει γι’ αυτό, ενώ εδώ σ’ αυτή την πόλη οι Εβραίοι δωσίλογοι πουλάνε χρήσιμα κουτσομπολιά στις Αυτοκρατορικές Μυστικές Υπηρεσίες, και ντόπιες πουτάνες κρατάνε ευτυχισμένους τους εισβολείς με την ακροποσθία, χρεώνοντάς τους όσο πιο πολλά μπορούσαν, ακριβώς όπως και οι πανδοχείς, που φυσικά είναι καταχαρούμενοι μ’ αυτή την ιστορία με τις ληξιαρχικές πράξεις, και πάνω στην πρωτεύουσα αναρωτιούνται αν θα ‘πρεπε, ίσως, να δώσουν σε όλους από έναν αριθμό, ναι, κάτι για να βοηθήσουν τη Σύγκλητο στην τήρηση των αρχείων της … και τώρα, Ηρώδης ή Χίτλερ, παιδιά μου (οι εφημέριοι εδώ στην επαρχία είναι αρρενωποί, σκληρά καρύδια και γερά ποτήρια), τι σόι κόσμος είναι αυτός («Ξέχασες τον Ρούζβελτ, παπά», φτάνουν οι φωνές από πίσω, ο καλός παππούλης δεν μπορεί να τους δει, τον βασανίζουν, αυτοί οι εκμαυλιστές, ακόμα και στα όνειρά του: «Τον Γουέντελ Γουίλκι!» «Τι θα’ λεγες για τον Τσώρτσιλ;» «Τον Χάρι Πόλιτ!») που ένα μωρό έρχεται με τα 3,5 κιλά του και νομίζει πως θα τον λυτρώσει, ε, μα πρέπει να το κοιτάξει κάποιος ψυχίατρος….

Αλλά στο δρόμο για το σπίτι απόψε εύχεσαι να τον είχες σηκώσει, να τον είχες κρατήσει για λίγο. Απλώς να τον είχες κρατήσει, πολύ κοντά στην καρδιά σου, με το μάγουλό του κοντά στη γούβα του ώμου σου, κοιμισμένο. Σαν να ήσουν εσύ αυτός που, κατά κάποιον τρόπο, θα μπορούσες να τον σώσεις. Χωρίς να νοιάζεσαι, προς στιγμήν, με ποιο όνομα έχεις καταγραφεί. Προς στιγμήν, τουλάχιστον, χωρίς να είσαι πια αυτός που οι Καίσαρες λένε πως είσαι.

O Jesu parvule,
Nach dir ist mir so weh…

Έτσι, αυτή η ετερόκλητη ομάδα ανθρώπων, αυτοί οι εξόριστοι και τα καυλωμένα παιδιά, οι σκυθρωποί πολίτες που κλήθηκαν μεσήλικες στα όπλα, άντρες που παχαίνουν παρά την πείνα τους, γεμάτοι αέρια εξαιτίας της, στα πρόθυρα έλκους, βραχνοί, με μύτες που τρέχουν, κόκκινα μάτια, ερεθισμένους λαιμούς, άντρες πρησμένοι από το κάτουρο, που υποφέρουν από μεσόπονους και είναι μεθυσμένοι όλη τη μέρα, που εύχονται το θάνατο για τους αξιωματικούς που πραγματικά μισούνε, άντρες που τους έχεις δει να περπατάνε αγέλαστοι στις πόλεις αλλά τους έχεις ξεχάσει, άντρες που ούτε εκείνοι σε θυμούνται, ξέροντας ότι θα ’πρεπε να παίρνουν κανέναν υπνάκο, αντί να είναι εδώ δίνοντας συναυλία για ξένους, σου προσφέρουν αυτό τον εσπερινό, που τώρα κορυφώνεται με το ανιόν κομμάτι κάποιας αρχαίας σκάλας, οι φωνές αλληλοκαλύπτονται τριπλές και τετραπλές, ψηλά, αντηχώντας, γεμίζοντας ολόκληρο το εσωτερικό της εκκλησίας ― δεν υπάρχει ψεύτικο βρέφος, δεν υπάρχει αναγγελία της Βασιλείας, ούτε καν μια προσπάθεια να ζεστάνουμε ή να φωτίσουμε αυτή τη φρικτή νύχτα, μόνο, γαμώτο μας, η άθλια υποχρεωτική κραυγούλα μας, το μέγιστο άπλωμα του χεριού μας ― Δόξα τω Θεώ! ― για να το πάρεις πίσω στην πολεμική σου διεύθυνση, την πολεμική σου ταυτότητα, διασχίζοντας τα χιονισμένα ίχνη από παπούτσια και λάστιχα φτάνοντας τελικά στο δρόμο που πρέπει να δημιουργήσεις μόνος σου, ολομόναχος στο σκοτάδι. Είτε το θες είτε όχι, όποιες θάλασσες κι αν έχεις περάσει, αυτός είναι ο δρόμος για το σπίτι….

Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, σελίδες 174-187. Εκδόσεις Χατζηνικολή.