Αποχαιρετισμός στον Γιάννη Τσιώλη

19/02/2018

Πριν λίγες μέρες έφυγε από τη ζωή ο Γιάννης Τσιώλης. Ένα σύντομο βιογραφικό του μπορείτε να βρείτε εδώ οπότε δεν θα το επαναλάβω. Θα πω μόνο λίγα λόγια (που δεν φτάνουν, αλλά ούτε και τα πολλά θα έφταναν) για την καταλυτική επίδραση που άσκησε στην πορεία της ζωής μου.

Τον Γιάννη Τσιώλη τον γνώρισα στις αρχές του 1987. Εκείνος ήταν καθηγητής στο αγγλικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, κι εγώ πρωτοετής φοιτητής (αν θυμάμαι καλά, γιατί η ομίχλη της μνήμης πυκνώνει με το πέρασμα του χρόνου) στο μάθημα του αγγλικού (ή αμερικανικού — να κιόλας η ομίχλη που λέγαμε) πολιτισμού. Πέρα από τον συναρπαστικό τρόπο με τον οποίο έκανε μάθημα, ως ανήσυχο πνεύμα και ως θεατράνθρωπος φρόντισε από την αρχή να συστήσει μια θεατρική ομάδα. Δεν είχα καμιά σχέση με το θέατρο, αλλά δήλωσα κι εγώ συμμετοχή γοητευμένος από την παρουσία και τη διδασκαλία του. Το αποτέλεσμα ήταν στο τέλος του εξαμήνου να παρουσιάσουμε αποσπασματικά σκηνές από έργα του Σαίξπηρ (στα αγγλικά) στο μικρό αίθριο του νέου (τότε) κτιρίου της Φιλοσοφικής στην Πανεπιστημιούπολη. Το ταξίδι μας στο μαγικό κόσμο του θεάτρου συνεχίστηκε και τις επόμενες χρονιές με το Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας του Σαίξπηρ και με το Περιμένοντας τον Γκοντό του Μπέκετ. Μετά από αυτά εγώ δεν ασχολήθηκα περαιτέρω με το θέατρο, όμως σε εκείνες τις παραστάσεις άρχισε να βγάζει ρίζες το ταλέντο της μετέπειτα ηθοποιού (τότε συμφοιτήτριας) Άννας Μάσχα.

Στη διδασκαλία του ο Γιάννης Τσιώλης φανέρωνε ένα μυαλό κοφτερό, ελεύθερο και αδογμάτιστο, που έβλεπε με κριτική ματιά τα πράγματα, σπέρνοντας μέσα μας το σπόρο του ορθού λόγου, ο οποίος, βέβαια, στην περίπτωσή μου, άργησε λίγο να φυτρώσει — φύτρωσε όμως, κι έτσι ο σπόρος δεν πήγε χαμένος. Αυτό, βέβαια, τον έφερε σε σύγκρουση με διάφορα κατεστημένα (βλέπετε, το κατεστημένο δεν είναι ένα) που προσπάθησαν να τον πολεμήσουν, άλλοτε με επιτυχία κι άλλοτε όχι, και σε διάφορους βαθμούς γελοιότητας, χωρίς βέβαια να κάμψουν το πνεύμα του.

Αλλά δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτά. Θέλω να μιλήσω για κάτι άλλο. Ο Γιάννης μού άλλαξε τη ζωή, και μάλιστα δύο φορές.

Η πρώτη ήταν το φθινόπωρο του 1987, όταν αποφάσισε, αντί για κανονικό μάθημα, να κάνει ένα προαιρετικό σεμινάριο με περιορισμένη συμμετοχή και με θέμα το αμερικανικό μεταμοντέρνο μυθιστόρημα. Εκεί βαπτιστήκαμε στα ταραχώδη νερά του μεταμοντερνισμού, διαβάζοντας θεωρητικά κείμενα και διηγήματα, αλλά το κυρίως βάρος του μαθήματος έπεφτε σε ένα απίστευτο βιβλίο που άλλαξε σαρωτικά και για πάντα τον τρόπο με τον οποίο βλέπαμε τη λογοτεχνία: το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας του Τόμας Πίντσον.

Κανείς μας δεν είχε διαβάσει Πίντσον ως τότε, και μπορώ με κάθε βεβαιότητα να πω ότι όλοι μας συγκλονιστήκαμε. Ο Τσιώλης μάς είπε να διαβάσουμε τις πρώτες 80 σελίδες και στην επόμενη συνάντησή μας να του πούμε τι μας έκανε μεγαλύτερη εντύπωση. Από τις απαντήσεις μας προέκυψαν τα θέματα των γραπτών εργασιών μας. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έκανα εργασία, και τότε ήταν που αγόρασα για πρώτη (και τελευταία, γιατί το 1989 απέκτησα υπολογιστή) φορά γραφομηχανή, καθώς ξεκαθάρισε εξαρχής ότι οι εργασίες έπρεπε να τηρούν συγκεκριμένα πρότυπα — μεταξύ άλλων, έπρεπε να είναι δακτυλογραφημένες. Οι εμπειρίες μας σε εκείνο το σεμινάριο οδήγησαν στη διαμόρφωση μιας στενής φιλικής παρέας, και εκείνες οι εργασίες αποτέλεσαν τον βασικό κορμό γύρω από τον οποίο κτίστηκε η έκδοση ενός (βραχύβιου, δυστυχώς) περιοδικού με τίτλο Journal of the Metamodern.

Για να το πω πιο απλά, ο Γιάννης Τσιώλης ευθύνεται για τη γνωριμία μου με το έργο του Πίντσον, με το οποίο, όπως ξέρετε πολύ καλά, είμαι κολλημένος από τότε.

Η δεύτερη φορά που μου άλλαξε τη ζωή ο Γιάννης ήταν το 1988, όταν μου πρότεινε να ασχοληθώ με τη μετάφραση και με έφερε σε επαφή πρώτα με μια εταιρία ερευνών αγοράς, για την οποία μετέφραζα δημοσιογραφικού τύπου οικονομικά κείμενα (κάτι που συνέβαλε πολύ στην οικονομική μου ανεξαρτησία), και αργότερα, όταν αποφάσισα πως ήθελα να κάνω μόνο λογοτεχνική μετάφραση, με τα περιοδικά Διαβάζω και Ρεύματα. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν διάβασα τυχαία στην εφημερίδα ότι η Ιωάννα Χατζηνικολή είχε αποκτήσει τα δικαιώματα των βιβλίων του Πίντσον, δεν δίστασα καθόλου και της ζήτησα να μεταφράσω το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας.

Έτσι, ο Γιάννης Τσιώλης ευθύνεται και για την ενασχόλησή μου με τη μετάφραση. Χωρίς αυτόν, λοιπόν, η μισή μου ζωή (η άλλη μισή είναι η μουσική) δεν θα υπήρχε. Περιττό να πω πόσο τον ευχαριστώ γι’ αυτό.

Αφότου έπαψα ουσιαστικά να είμαι φοιτητής του (παρ’ όλο που δεν είχα τελειώσει ακόμη τυπικά τις σπουδές μου, μια που χρωστούσα μαθήματα για πολλά χρόνια αργότερα), ο Γιάννης με τίμησε με τη φιλία του. Βρισκόμασταν συχνά όποτε ερχόταν στην Αθήνα, και είχαμε πολύ καλές και ουσιαστικές συζητήσεις.

Θα έχει πάντα την ευγνωμοσύνη μου, και θα τον θυμάμαι πάντα με αγάπη.

Advertisements

Τίτλοι τέλους για το ΕΚΕΜΕΛ

14/02/2012

Άλλη μια θλιβερή είδηση μες στη θλίψη που μας περικυκλώνει: κλείνει το ΕΚΕΜΕΛ. Δεν θέλω να κάνω περαιτέρω σχόλια, γιατί φαντάζομαι πως έχουμε να δούμε πολλά ακόμη τους επόμενους μήνες, ή ίσως και τα επόμενα χρόνια. Θέλω μόνο να ευχαριστήσω ξανά το κέντρο για την τιμή που μου έκανε να βραβεύσει το Ενάντια στη Μέρα. Ελπίζω κάποτε να επανιδρυθεί, έστω και μετενσαρκωμένο, σε μια κοινωνία ξαναγεννημένη μέσα σε άλλου είδους αξίες. (Αφήστε με, μη με ξυπνάτε…)

Ακολουθεί η αναγγελία του τέλους, από την κ. Ζέρβα:

Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΑ

Πέφτει η αυλαία για το Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης. Στο τέλος του μήνα κλείνει, σύμφωνα με απόφαση της Γενικής Συνέλευσής του. Μπορεί να εκληφθεί σαν θαύμα το γεγονός ότι τα δύο τελευταία χρόνια λειτουργούσε, κάλυπτε τις υποχρεώσεις του έναντι των σπουδαστών και των εταίρων του στο πλαίσιο ποικίλων δραστηριοτήτων, από τα βραβεία μετάφρασης ως τα συνέδρια και τις συνεργασίες με πανεπιστήμια και οργανισμούς του εξωτερικού. Δεν έχω λόγια για να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου προς όλους τους συνεργάτες μας, όλους εκείνους που επανειλημμένα μας στήριξαν.

Πολλοί οργανισμοί κλείνουν ή ετοιμάζονται να κλείσουν. Υπάρχουν κάποιοι γύρω μας που λένε πως, όταν κάτι δεν είναι πια χρήσιμο για την κοινωνία, καλύτερα να κλείνει. Ζούμε πλέον σε μια χώρα όπου το θέατρο, η επιμόρφωση, τα σεμινάρια θεωρούνται πολυτέλεια. Σε καμία περίπτωση δεν θα θέλαμε να υποβαθμίσουμε τις δυσκολίες της εποχής που διανύουμε. Ωστόσο οι δυσκολίες των καιρών δεν σημαίνουν ότι η εν λόγω κατάσταση μπορεί να διατυπωθεί μ’ αυτόν τον τρόπο. Θα ήταν ύβρις τόσο για το επάγγελμά μας όσο και για τα πραγματικά προβλήματα μέσα στα οποία ζούμε να λέμε ότι ένα κέντρο μετάφρασης κλείνει επειδή δεν είναι πια χρήσιμο στην κοινωνία.

Παρά ταύτα, το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης κλείνει, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι όλες οι δραστηριότητές του αναστέλλονται. Το Κέντρο ήταν ένας τόπος συγκέντρωσης για τους ανθρώπους του επαγγέλματος και η δυναμική της μετάφρασης στην Ελλάδα δεν εξαρτάται από το κλείσιμο ενός οργανισμού. Το περιοδικό Απηλιώτης συνεχίζει τις δραστηριότητές του, ενώ οι ήδη προγραμματισμένες δράσεις του Κέντρου που σχετίζονται με συνεργασίες θα υλοποιηθούν. Η μετάφραση δεν σταματά.

Ελένη Ζέρβα
Διευθύντρια

(Η είδηση από το bookpress.gr)


Βραβεία Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2011

01/10/2011

Χθες το βράδυ, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, απονεμήθηκαν τα ετήσια Βραβεία Μετάφρασης του ΕΚΕΜΕΛ.

Αντιγράφω από την Ναυτεμπορική:

Τα βραβεία Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2011 έλαβαν οι:

Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης αγγλόφωνης λογοτεχνίας για το βιβλίο Χαμένοι του Daniel Mendelsohn των εκδόσεων Πόλις.

Γιάννης Χάρης, Βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης γαλλόφωνης λογοτεχνίας για το βιβλίο Συνάντηση του Milan Kundera από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

Αλέξανδρος Ίσαρης, Βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης γερμανικής λογοτεχνίας για το βιβλίο Επιστολές σε έναν νεαρό ποιητή του Rainer Maria Rilke των εκδόσεων Αρμός.

Βασιλική Κνήτου, Βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης ισπανόφωνης λογοτεχνίας για το βιβλίο Η χρονιά της ερήμου του Pedro Mairal από τις εκδόσεις Πόλις.

Κούλα Καφετζή, Βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης ιταλικής λογοτεχνίας για το βιβλίο Δελφοί του Sandro Dell’ Orco από τις εκδόσεις Μελάνι.

Συγχαρητήρια σε όλους/όλες, και επίσης συγχαρητήρια και σε όσους έφτασαν στη λεγόμενη «βραχεία λίστα», πράγμα που αποτελεί σημαντική διάκριση από μόνο του.