Μικρές προσδοκίες

22/03/2017

Πρόσφατα πήρε το μάτι μου μια κριτική αναγνώστη για το Ενάντια στη μέρα, η οποία ξεκινούσε με το παράπονο ότι όλη την ώρα περίμενε κάτι να συμβεί, αλλά τίποτα δεν συνέβη ως το τέλος του βιβλίου. Αυτή η φράση, ομολογώ, με σόκαρε, γιατί αυτό το «τίποτα δεν συνέβη» ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενα ότι θα μπορούσε να πει κανείς για το Ενάντια στη μέρα, ένα βιβλίο καταιγιστικό, όπου γίνεται πραγματικός χαμός από πληροφορίες, γεγονότα και δράση — με κίνδυνο ο αναγνώστης να χαθεί μέσα στον κυκεώνα, κ.λπ., να μην τα ξαναλέμε τώρα. Μου μπήκαν πάλι ψύλλοι στ’ αυτιά, ότι ίσως ο συγκεκριμένος αναγνώστης να διάβασε διαγώνια, όπως προστάζει η μόδα, αλλά λίγο πιο κάτω αποσαφηνίζει τι ακριβώς εννοεί: Το βιβλίο ξεκινάει βάζοντας τα θεμέλια για μια ιστορία εκδίκησης, αλλά αυτός ο στόχος τελικά μένει στο περιθώριο, αφού τα παιδιά του δολοφονημένου αναρχικού ξεχνούν το σκοπό τους και ασχολούνται «με τη ζωούλα τους». Και τελικά, λέει, το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό γιατί «δεν συμβαίνει τίποτα παραπάνω».

Σε ελεύθερη μετάφραση, λοιπόν, ο συγκεκριμένος αναγνώστης ήθελε απλώς να ξεκινήσει να διαβάζει μια ιστοριούλα, να παρακολουθήσει βήμα-βήμα την εξέλιξή της και να φτάσει σε ένα λυτρωτικό τέλος όπου όλα λύνονται με οργανικό τρόπο, τύπου και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Ήθελε δηλαδή ουσιαστικά να διαβάσει ένα καλό σενάριο. Όμως η λογοτεχνία δεν είναι σεναριογραφία. Και ο Πίντσον δεν γράφει σενάρια, αλλά μυθιστορήματα-ποταμούς, με όλες τις παγίδες που συνεπάγεται αυτό — ορμητικά νερά, μεγάλα βάθη, κοφτερά βράχια, ιλιγγιώδεις υδατοπτώσεις. Αν ξεκινήσεις να τα διαβάζεις με ανοιχτό μυαλό και όντας έτοιμος για τα πάντα, θα μαγευτείς. Αν ξεκινήσεις όμως με τόσο μικρές προσδοκίες, δηλαδή επιθυμώντας να διαβάσεις μια απλή γραμμική αφήγηση σε ήρεμα νερά, χωρίς σκοπέλους, όπου ο συγγραφέας θα σε πάρει από το χεράκι και θα σε καθοδηγήσει να πλατσουρίσεις ανώδυνα στα ρηχά ώσπου να νιώσεις την ικανοποίηση της ολοκλήρωσης, τότε δεν θα σε αγγίξει τίποτα.

Και αυτό είναι κρίμα.


Αλλόκοτες όψεις της επιστήμης στο Ενάντια στη Μέρα

10/08/2012

Ο βιοχημικός και γενετιστής Michael White γράφει για τα παλαβά επιστημονικά θέματα που περιλαμβάνει το ογκώδες μυθιστόρημα του Πίντσον Ενάντια στη Μέρα: ειδική σχετικότητα, διανύσματα, επιφάνειες Ρίμαν, και φυσικά τα (σχεδόν ψυχεδελικά) τετραδόνια. Για όσους κατέχουν και τα αγγλικά και την επιστημονική ορολογία (Δρόλια, για σένα λέω).

Μέρος 1ο

Μέρος 2ο


Μετά την καταστροφή

12/01/2012

Δεν πρόκειται για το ομώνυμο κόμικ του εξαίσιου Αρκά, αλλά για ενδιαφέρουσα κριτική του Brad Johnson στο Ενάντια στη Μέρα (και μάλιστα σε συνδυασμό με κριτική στον Δρόμο του Κόρμακ Μακάρθι) από το αμερικανικό ιστολόγιο Departure Delayed.

(μέσω της Pynchon List)


Στα βιβλία διαβάζουμε τον εαυτό μας

25/11/2010

Αυτός ο αφορισμός στριφογυρνάει στο μυαλό μου εδώ και χρόνια. Δεν θυμάμαι πια αν τον άκουσα κάπου ή αν είναι προϊόν στιγμιαίας έμπνευσης, και δεν έχει και σημασία, άλλωστε. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι επιβεβαιώνεται, ξανά και ξανά.

Είδα τις προάλλες ένα σχόλιο σε κάποιο ιστολόγιο. Ο σχολιαστής, παίρνοντας αφορμή από μια αναφορά ξένης εφημερίδας στην ύπαρξη μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα, είπε ότι διάβασε το Ενάντια στη Μέρα και κατάλαβε ότι ο Πίντσον συμπαθούσε τους Μακεδόνες (πράγμα που μάλλον εκείνος το θεώρησε απαράδεκτο), αλλά ευτυχώς, λέει, είχε σαν δεδομένο ότι ο Μεγαλέξανδρος ήταν Έλληνας. Και η ερμηνεία του ήταν ότι ο Πίντσον δείχνει συμπάθεια στους Μακεδόνες διότι η προοδευτική διανόηση θεωρεί υποχρέωσή της να στηρίξει τα μικρά κράτη.

Και αναρωτιέμαι: διαβάσαμε το ίδιο βιβλίο; Από πού συνάγεται ότι ο Πίντσον συμπαθεί τους Μακεδόνες; Επειδή αφήνει το υπονοούμενο ότι μεγάλες και μικρότερες δυνάμεις ήθελαν να έχουν υπό τον έλεγχό τους μια περιοχή χωρίς να ρωτήσουν τη γνώμη των κατοίκων της; Και γιατί αυτό να είναι απαράδεκτο; Και από πού συνάγεται ότι έχει σαν δεδομένο ότι ο Μεγαλέξανδρος ήταν Έλληνας; Επειδή αναφέρει ότι αυτό ήταν το επιχείρημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής; Και γιατί πρέπει εμείς σήμερα να χαιρόμαστε γι’ αυτό; Και γιατί πρέπει να αναγάγουμε την αναφορά ενός μυθιστοριογράφου στο θέμα σε ευρύτερο ζήτημα πολιτικής των διανοούμενων της Αμερικής;

Στο τέταρτο μέρος του βιβλίου, ο Πίντσον αναφέρεται πολύ στα Βαλκάνια, καθώς μεγάλο μέρος της πλοκής εκτυλίσσεται εκεί, και μάλιστα στις αρχές των βαλκανικών πολέμων. Αυτό που παρεξηγεί ο σχολιαστής, ο οποίος μάλλον προβάλλει τις δικές του ιδέες στο κείμενο, πράγμα που αναπόφευκτα κάνουμε όλοι μας ως ένα βαθμό, είναι η τάση του Πίντσον να βάζει τους χαρακτήρες του να κινούνται μέσα σε ταραγμένους καιρούς και τόπους. Δεν καταλαβαίνω γιατί είναι πρόβλημα η λίγο-πολύ ουδέτερη στάση του απέναντι στην ιστορία. Θα ήμασταν παράλογοι αν περιμέναμε από έναν ξένο μυθιστοριογράφο να συμμεριστεί τη δική μας εθνική θεώρηση του ζητήματος. Εξάλλου, το έχω ξαναπεί, τον Πίντσον δεν τον ενδιαφέρουν τόσο οι πολιτικές κ.λπ. διαμάχες όσο οι περιπέτειες των απλών ανθρώπων μέσα σ’ αυτές.

Ιδού το επίμαχο απόσπασμα από το Ενάντια στη Μέρα:

«Δεν είναι και η καλύτερη εποχή να είσαι Βούλγαρος στη Θεσσαλονίκη», εξήγησε στον Σίπριαν. «Οι Έλληνες ‒όχι αυτοί εδώ οι ρεμπέτες, αλλά οι πολιτικοποιημένοι που παίρνουν εντολές από την ελληνική πρεσβεία‒ θέλουν να μας εξοντώσουν. Στα ελληνικά σχολεία κηρύττουν ότι η Βουλγαρία είναι ο Αντίχριστος. Έλληνες πράκτορες συνεργάζονται με την τουρκική αστυνομία και φτιάχνουν λίστες θανάτου με Βούλγαρους, και υπάρχει και ένας μυστικός σύλλογος εδώ που λέγεται “Η Οργάνωση” και που ο στόχος της είναι να διαπράξει αυτές τις δολοφονίες».
«Και όλα αυτά, φυσικά, γίνονται για τη Μακεδονία», είπε ο Σίπριαν.
Η διαμάχη ήταν αρχαία. Οι Βούλγαροι πάντοτε θεωρούσαν τη Μακεδονία τμήμα της Βουλγαρίας, και μετά τον πόλεμο με τη Ρωσία αυτό επιτέλους έγινε πραγματικότητα ‒ για περίπου τέσσερις μήνες το 1878, ώσπου η Συνθήκη του Βερολίνου την έδωσε πίσω στην Τουρκία. Στο μεταξύ, οι Έλληνες τη θεωρούσαν τμήμα της Ελλάδας, επικαλούμενοι τον Μέγα Αλέξανδρο, και τα λοιπά. Η Ρωσία, η Αυστρία και η Σερβία προσπαθούσαν να επεκτείνουν την επιρροή τους στα Βαλκάνια, και έτσι χρησιμοποιούσαν το Μακεδονικό Ζήτημα σαν πρόφαση. Και, το πιο περίεργο απ’ όλα, υπήρχαν κι εκείνες οι κυρίαρχες μορφές στην Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση ‒την Ε.Μ.Ε.Ο.‒ όπως ο Γκότσε Ντέλτσεφ, που θεωρούσε ότι η Μακεδονία ανήκε στους ίδιους τους Μακεδόνες, και της άξιζε να είναι ανεξάρτητη από όλες τις μεγάλες δυνάμεις. «Δυστυχώς», είπε ο Γκάμπροβο Σλιμ, «η Ε.Μ.Ε.Ο. είναι διχασμένη ανάμεσα στους ανθρώπους του Ντέλτσεφ και στους νοσταλγούς εκείνης της βραχύβιας “Μεγάλης Βουλγαρίας” όπως ήταν πριν από τη Συνθήκη του Βερολίνου».
«Κι εσύ τι γνώμη έχεις για το θέμα;» ρώτησε ο Σίπριαν, χαχανίζοντας ήδη από μέσα του.
«Χα!» Γέλασαν πικρά μαζί για λίγο, ώσπου ο Βούλγαρος σταμάτησε απότομα. «Το πρόβλημα είναι ότι οι Έλληνες νομίζουν ότι είμαι με την Ε.Μ.Ε.Ο.»
«Ωχ. Και είσαι;»
«Πέρασε ξυστά». Ο Γκάμπροβο Σλιμ κράτησε το δείκτη και τον αντίχειρα σε απόσταση περίπου ενός εκατοστού, δίπλα στο δεξί του αφτί. «Χτες το βράδυ. Υπήρξαν κι άλλες απόπειρες, αλλά καμιά σαν αυτή».
«Του είπα πώς ξεφύγαμε από τη Βοσνία», είπε ο Ντανίλο.
«Για στάσου, ποιος είμαι δηλαδή, ο Σκάρλετ Πίμπερνελ;»
«Είναι το πεπρωμένο σου», δήλωσε η Βέσνα, που είχε ακούσει τη συζήτηση.
«Τσούπρα μου, εσύ είσαι το πεπρωμένο μου».


Η αίρεση της αλήθειας

05/10/2010

Έτσι τιτλοφορείται η πρόσφατη κριτική του συγγραφέα Ντέιλ Πεκ για το Ενάντια στη Μέρα. Ο Πεκ ξεκινά με μια συνοπτική αποτίμηση των παλιότερων έργων του Πίντσον, με την οποία διαφωνώ, καθώς θεωρεί πως είναι δυσανάγνωστα και πως η αποδοχή τους από τους κριτικούς και το κοινό είναι πολύ πιο ενθουσιώδης απ’ ό,τι δικαιολογούν τα ίδια τα κείμενα. Όλο το έργο του Πίντσον μέχρι και το Μέισον και Ντίξον, λέει, «φανερώνει μια εκπληκτικά αχαλίνωτη φαντασία, μια αδιαμφισβήτητη σπιρτάδα στο λόγο και τα θέματα, και μια συνείδηση η οποία, παρόλο που ο ίδιος ο συγγραφέας την είχε κάποτε χαρακτηρίσει ‘απολιτική’, είναι σταθερά συντονισμένη στην πιο κοινωνικά ενεργή από τις θεμελιώδεις αρετές, τη δικαιοσύνη ― όλα αυτά, όμως, δεν το εμποδίζουν να είναι ταυτόχρονα σκόπιμα δυσνόητο, συναισθηματικά κλειστό, υπερβολικά περίπλοκο και απίστευτα μπανάλ».

Όπως είπα ήδη, διαφωνώ με κάποιες απ’ αυτές τις εκτιμήσεις, καθώς θεωρώ ότι τα βιβλία του Πίντσον α) δεν είναι καθόλου δυσνόητα, απλώς ζητούν από τον αναγνώστη να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια, η οποία όμως τελικά ανταμείβεται, β) το συναίσθημα δεν απουσιάζει, απλώς εκφράζεται με διαφορετικό και πιο υπόγειο τρόπο (και γι’ αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ πιο αποτελεσματικό), και γ) δεν βλέπω πώς μπορεί να χαρακτηριστεί μπανάλ μια γραφή που δεν μοιάζει με καμιά άλλη.

Ο Πεκ, όμως, συνεχίζει λέγοντας ότι το Ενάντια στη Μέρα υπερβαίνει αυτά τα (κατ’ αυτόν) κουσούρια του παρελθόντος, και αποτελεί «ένα αφήγημα που συγχωνεύει διάφορα αφηγηματικά είδη ― αγορίστικες περιπέτειες, επιστημονική φαντασία, γουέστερν ― σε έναν ισορροπημένο, σφιχτό, συναρπαστικό, και συχνά συγκινητικό διάλογο με […] την ιστορία». Λέει επίσης ότι δεν περίμενε ποτέ πως θα υπήρχε συγγραφέας που θα κατόρθωνε να πραγματοποιήσει αυτή την προσέγγιση στη γραφή. «Κι όμως, κάθε γεμάτη σελίδα διαθέτει το μεγαλείο του Σινικού Τείχους[…]».

Ακόμη πιο εύστοχη είναι η παρατήρηση του Πεκ ότι το Ενάντια στη Μέρα, περισσότερο από τα άλλα βιβλία του Πίντσον, χρησιμοποιεί τον πραγματικό κόσμο σαν φακό, και από μέσα του παρατηρεί την άφατη ανθρώπινη κατάσταση. Αυτή ήταν, πιστεύω, η τεχνική του Πίντσον εξαρχής, και αυτός ο σκοπός του: να μιλήσει για την ανθρώπινη εμπειρία, ιδίως του καθημερινού ανθρώπου που βιώνει την εξουσία σαν κάτι ξένο και ενίοτε εχθρικό. Γι’ αυτό και είναι τόσο σημαντική στο έργο του η μίξη του πραγματικού με το φανταστικό: για να μπορέσει σε σημεία να περιγράψει «τον κόσμο όπως θα μπορούσε να είναι»:

Έχουμε έρθει εδώ, ανάμεσά σας, αναζητώντας καταφύγιο από το παρόν μας ‒το μέλλον σας‒, μια εποχή παγκόσμιου λιμού, εξαντλημένων αποθεμάτων καυσίμων, έσχατης ένδειας ‒ το τέλος του καπιταλιστικού πειράματος. Μόλις συνειδητοποιήσαμε την απλή θερμοδυναμική αλήθεια ότι οι πλουτοπαραγωγικές πηγές της Γης ήταν περιορισμένες και επρόκειτο να εξαντληθούν, ολόκληρη η καπιταλιστική ψευδαίσθηση διαλύθηκε. Εμείς που μιλήσαμε ανοιχτά γι’ αυτή την αλήθεια κατηγορηθήκαμε σαν αιρετικοί, εχθροί του κυρίαρχου οικονομικού δόγματος. Όπως οι θρησκευτικοί διαφωνούντες μιας παλιότερης εποχής, αναγκαστήκαμε να μεταναστεύσουμε, με μόνη επιλογή να διασχίσουμε εκείνο τον σκοτεινό Ατλαντικό της τέταρτης διάστασης, που είναι γνωστή ως Χρόνος.


Ο Κωστής Παπαγιώργης γράφει για το Ενάντια στη Μέρα

18/02/2010

Στη σημερινή Lifo. Πολύ καλό κείμενο. Κρατώ ιδιαίτερα τη φράση «γόνιμη παράνοια».

(Ευχαριστώ τον Δύτη των Νιπτήρων, που το επισήμανε.)


Παρουσίαση στο σημερινό Βήμα

13/12/2009

Το Βήμα έκανε στο σημερινό του φύλλο μια σύντομη παρουσίαση του Ενάντια στη Μέρα, η οποία όμως δεν περιορίστηκε στην απλή αναπαραγωγή του οπισθόφυλλου, αλλά είχε και ένα-δυο ενδιαφέροντα στοιχεία παραπάνω. Περιέργως, δεν είδα πουθενά υπογραφή.