Η μετάφραση ως πάλη

25/08/2018

[Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Απηλιώτης, του κατηργημένου πλέον ΕΚΕΜΕΛ. Καθώς δεν υπάρχει πλέον στον ιστότοπο, το αναδημοσιεύω εδώ.]

Η μετάφραση ως πάλη ενάντια στο άγριο τραγούδι του Τόμας Πίντσον

Είναι γνωστό ότι τα τελευταία 20 χρόνια η διαδικασία της μετάφρασης έχει αλλάξει. Βρίσκουμε τον εαυτό μας ολοένα και πιο εξαρτημένο από τις μηχανές αναζήτησης και το διαδίκτυο. Και, όταν πρόκειται για βιβλία δύσκολα, μεγάλα και απαιτητικά, εύλογα δημιουργείται η απορία πώς τα καταφέρναμε στην π.δ. (προ διαδικτύου) εποχή. Τα καταφέρναμε, φυσικά, αλλά μετά από ιδιαίτερα σκληρή πάλη με το κείμενο, με όπλα πολυάριθμα λεξικά και εγκυκλοπαίδειες, και συχνά χωρίς να είμαστε απολύτως βέβαιοι για τις μεταφραστικές μας επιλογές. Σήμερα, με το υπερόπλο αυτό που έχουμε στη διάθεσή μας, το οποίο τείνει να αντικαταστήσει εξ ολοκλήρου τα υπόλοιπα όπλα, η μάχη εξακολουθεί βέβαια να διεξάγεται με την ίδια σφοδρότητα, αλλά με πολύ καλύτερους όρους για μας τους μεταφραστές.

Έχω αναμετρηθεί με αρκετά κείμενα κατά καιρούς, αλλά κανένα δεν συγκρίνεται σε δυσκολία με τα μυθιστορήματα του Τόμας Πίντσον. Ο αναγνώστης συχνά χάνεται μέσα σε έναν κυκεώνα από πραγματικά και φανταστικά πρόσωπα, μέρη, γεγονότα και αντικείμενα, ενώ την κατάσταση δυσχεραίνει η περίπλοκη σύνταξη, στην οποία οι προτάσεις άλλοτε μένουν ελλιπείς και άλλοτε κατακερματίζονται σε παζλ για δυνατούς λύτες. Και, επειδή η μετάφραση είναι πρώτα απ’ όλα ανάγνωση, ο μεταφραστής τελικά συναντά τα ίδια προβλήματα, αλλά σε υπερθετικό βαθμό. Γιατί ο αναγνώστης έχει την πολυτέλεια να προσπεράσει μερικά πράγματα, αν χρειαστεί· ο μεταφραστής δεν μπορεί να το κάνει αυτό.

Ένα προφανές πρόβλημα είναι η απόδοση των κυρίων ονομάτων στα ελληνικά. Οι μεταφραστές από τα αγγλικά προς άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, που χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο, δεν έχουν πρόβλημα εδώ· απλώς τα γράφουν. Εμείς, που χρησιμοποιούμε διαφορετικό αλφάβητο, πρέπει να ψάξουμε να βρούμε την προφορά τους. Αυτό παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερη δυσκολία απ’ ότι φαίνεται με την πρώτη ματιά. Κάποια τοπωνύμια είναι παντελώς άγνωστα σ’ εμάς, και πρέπει να δούμε πώς τα προφέρουν οι Αμερικανοί (μια που μιλάμε για αμερικανό συγγραφέα)· άλλα είναι μεταγραφές από άλλες γλώσσες, πράγμα που δυσχεραίνει την έρευνα· άλλα είναι φανταστικά, οπότε δεν υπάρχει πλαίσιο αναφοράς· και σε μερικές περιπτώσεις κάποιες προφορές ή ορθογραφίες είναι διαδεδομένες στην Ελλάδα, χωρίς όμως να είναι οι σωστές. Πώς γράφει κανείς το Derbyshire, για παράδειγμα; Ντέρμπισαϊρ, ή Ντάρμπισιρ;

Και πολλές φορές η έρευνα για την προφορά δεν αρκεί. Στο Ενάντια στη Μέρα, προς το τέλος, αναφέρεται το τοπωνύμιο «Mount Washington». Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι πρόκειται για το γνωστό «Όρος Ουάσινγκτον». Μια σύντομη αναζήτηση στο διαδίκτυο, όμως, έδειξε ότι το «Όρος Ουάσινγκτον» βρίσκεται στο Νιου Χάμπσαϊρ, δηλαδή στο βορειοανατολικό άκρο των Η.Π.Α., ενώ η πλοκή του μυθιστορήματος στο συγκεκριμένο σημείο εκτυλισσόταν στην Καλιφόρνια. Όπως αποδείχτηκε, επρόκειτο για συνοικία του Λος Άντζελες, οπότε το «όρος» έγινε «μάουντ».

Το Ενάντια στη Μέρα ακολουθεί τους χαρακτήρες του σε διάφορα μέρη του κόσμου: Η.Π.Α., Μεξικό, Ισλανδία, Αγγλία, Γερμανία, Ελβετία, Ιταλία, Βαλκάνια, Ελλάδα, Ρωσία, Τουρκία, Κεντρική Ασία, Σιβηρία, Μαρόκο, καθώς και μέρη που δεν υπάρχουν καν στο χάρτη. Και όπου κι αν πηγαίνει η πλοκή, αναφέρονται τοπωνύμια, τοπικά φαγητά, και λέξεις και φράσεις στις ντόπιες γλώσσες, οι περισσότερες απ’ αυτές χωρίς μετάφραση στο πρωτότυπο. Αλλού βρίσκει κανείς τοπικά ονόματα φυτών και λουλουδιών, ονόματα χρωμάτων, ονομασίες ρούχων, και αναφορές σε ιστορικά γεγονότα. Όλα αυτά σημαίνουν έρευνα, έρευνα και ξανά έρευνα, μεγάλο μέρος της οποίας δεν περνά στη μετάφραση, αλλά πρέπει να γίνεται έτσι κι αλλιώς, ώστε να ξέρει ο μεταφραστής τι ακριβώς συμβαίνει ― κι ας χαθεί προσωρινά στο λαβύρινθο ο αναγνώστης, δεν πειράζει, αν αυτό επιδιώκει ο συγγραφέας. Και είναι πάντοτε καλό να έχει κανείς φίλους με γνώσεις που δεν διαθέτει ο ίδιος, καθώς χρειάστηκε να ζητήσω βοήθεια από συναδέλφους μουσικούς με μητρική γλώσσα τα ρωσικά, τα αλβανικά, τα σερβικά και τα γερμανικά, και από ένα φίλο με πτυχίο Ισπανικής Φιλολογίας, αλλά πραγματικά χωρίς το διαδίκτυο δεν υπήρχε περίπτωση να διερευνήσω ούτε τις μισές απ’ όλες αυτές τις πληροφορίες. Και βέβαια, υπάρχει και η επιστημονική ορολογία.

Ο Πίντσον παίζει πολύ με την επιστήμη, ειδικά με τη φυσική και τα μαθηματικά, ίσως γιατί και ο ίδιος σπούδασε μηχανολογία. Η φύση του φωτός και ο διανυσματικός λογισμός αποτελούν κεντρικά θέματα του Ενάντια στη Μέρα, καθώς η πλοκή εκτυλίσσεται την εποχή που γίνονταν οι σχετικές ανακαλύψεις. Όλη αυτή η ορολογία βρέθηκε χάρη στο διαδίκτυο, και με τη συνδρομή ενός φίλου μαθηματικού, ο οποίος βρήκε εκεί τη σωστή απόδοση του όρου quaternion (τετραδόνιο), που δεν τον είχα ακούσει ποτέ μου και που, φυσικά, δεν υπήρχε σε κανένα λεξικό.

Πέρα από τον πραγματολογικό εφιάλτη, όμως, η ιδιαίτερη γραφή του Τόμας Πίντσον έχει και καθαρά γλωσσικές δυσκολίες. Στην προσπάθειά του να βάλει τον αναγνώστη βαθιά στο κλίμα, το γλωσσικό του ύφος ακολουθεί την πλοκή κατά πόδας. Έτσι, συναντά κανείς αργκό διαφόρων ειδών και εποχών, όπως και ελλειπτικό προφορικό λόγο, που πολλές φορές θέλει μεγάλη προσπάθεια να καταλάβεις τελικά τι εννοεί, ενώ στα πιο λυρικά, σοβαρά ή φιλοσοφημένα κομμάτια οι περίοδοι μεγαλώνουν, σπάνε σε πάμπολλες δευτερεύουσες προτάσεις, και πρέπει πρώτα να αποδομήσεις τις παραγράφους ώστε να βρεις τι πηγαίνει πού, και μετά να τις δομήσεις ξανά από την αρχή, με τρόπο που να βγάζει νόημα στην ελληνική γλώσσα, η οποία έχει άλλη λογική και ακολουθεί άλλους κανόνες.

Τα λογοπαίγνια έχουν ταλαιπωρήσει αμέτρητους μεταφραστές ως σήμερα, και δυστυχώς φαίνεται πως του Πίντσον του αρέσουν πολύ. Μάλιστα, σε ένα σημείο στο Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, πλάθει μια ολόκληρη ιστορία επί μιάμιση σελίδα, εντελώς άσχετη με οτιδήποτε άλλο συμβαίνει στο βιβλίο, μόνο και μόνο για να μπορέσει στο τέλος να κάνει ένα αμφίβολης αξίας λογοπαίγνιο (που φυσικά, λόγω της μακροσκελούς προετοιμασίας του, δεν γινόταν με κανέναν τρόπο να περάσει στα ελληνικά). Το «αμφίβολης αξίας» δεν αποτελεί δική μου κρίση· ο Πίντσον συχνά χρησιμοποιεί χιούμορ που στα δικά μας μάτια φαντάζει παρωχημένο και αποτυχημένο, αλλά το κάνει εν γνώσει του. Το λέει και μόνος του, στο Ενάντια στη Μέρα:

Ο ίδιος ο Νάρβικ, που οι φήμες έλεγαν πως δεν κοιμόταν ποτέ, συνέχιζε να πηγαινοέρχεται νευρικά, όπως έκανε όλη νύχτα, χαιρετούσε τους πελάτες, έφερνε παραγγελίες από την κουζίνα, έπαιρνε χρήματα, και γενικά προσπαθούσε με αρκτικό χιούμορ να φτιάξει τη διάθεση όσων περίμεναν στην ουρά πολλή ώρα.

Και ακολουθούν τρία πραγματικά κρύα αστεία, τα οποία δεν ήταν δυνατόν να αποδοθούν στα ελληνικά, κι έτσι αντικαταστάθηκαν από τρία άλλα αστεία, εξίσου κρύα. Λίγο μετά, ένας χαρακτήρας λέει «Μάλλον θα πάρω δυο μερίδες Κρέας Όλαφ». Τέτοια συνταγή βέβαια δεν υπάρχει· πρόκειται για αναγραμματισμό του αγγλικού meat loaf, που είναι το ρολό, αλλά ο Πίντσον το έκανε Olaf γιατί η πλοκή σε εκείνο το σημείο εκτυλίσσεται στην Ισλανδία (άλλη μια σύνδεση με το προηγούμενο «αρκτικό χιούμορ»), και το Όλαφ είναι τυπικό σκανδιναβικό όνομα.

Ένα ακόμη σημαντικό χαρακτηριστικό της πιντσονικής αφήγησης, όπως γράφει και το οπισθόφυλλο του Ενάντια στη Μέρα, είναι ότι «οι χαρακτήρες σταματούν ό,τι κάνουν για να τραγουδήσουν ως επί το πλείστον ανόητα τραγούδια». Και αυτό σημαίνει ότι ο μεταφραστής καλείται να μεταφράσει στίχο, που είναι μια εντελώς διαφορετική μορφή γραφής και ζητά εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση. Ξαφνικά πρέπει να στριμώξεις τα νοήματα σε μέτρο και να επινοήσεις ομοιοκαταληξίες, όπως κάνει το πρωτότυπο, γιατί αλλιώς το τραγούδι δεν είναι τραγούδι. Η ελληνική γλώσσα, όμως, διαθέτει αφθονία πολυσύλλαβων λέξεων, ενώ η αγγλική δείχνει μια προτίμηση στις μονοσύλλαβες· αυτό σημαίνει ότι είναι πολύ ευκολότερο να σχηματίσεις στίχους με μικρό αριθμό μέτρων στα αγγλικά, και επομένως στα ελληνικά πρέπει είτε να αλλάξει το μέτρο, είτε να αφαιρεθούν λέξεις. Πρακτικά, ο μεταφραστής καλείται να ξαναγράψει το τραγούδι έτσι ώστε αυτό να μπορεί με κάποιον τρόπο να τραγουδηθεί στα ελληνικά.

Όταν ο Πίντσον μιλάει για «ανόητα τραγούδια», δεν υπερβάλλει. Στο Ενάντια στη Μέρα υπάρχει ένα χαρακτηριστικό δείγμα, το οποίο τραγουδά ένας φοιτητής μαθηματικών για ένα άγαλμα που απεικόνιζε ένα μικρό κορίτσι με κάτι χήνες στην κεντρική πλατεία του Γκέτινγκεν:

Α, ποτέ δεν κάνει αστεία

Με του Κάντορ τη θεωρία,

Ούτε έχει στο μαστέλο

Το αξίωμα του Τσερμέλο,

Έχει όμως εραστές

Του Φρομπένιους θαυμαστές,

Και τους έχει όλους μαγέψει

Σαν του Πουανκαρέ τη σκέψη,

Και παρόλο που αγνοεί

Την κατανομή Κοσί

Και του Ρίμαν τις διαστάσεις,

Δεν χρειαζόμαστε συστάσεις…

Τα φιλιά της λένε αντίο

Στου Γουιτάκερ το βιβλίο—

Το απρόβλεπτο συγκλίνει,

Θαύμα που μπορεί να γίνει,

Εψιλονικοί χοροί

Κι ευκαιρία για τρελή

Αγάπη…

Η φράση «ανόητα τραγούδια», όμως, είναι η μισή αλήθεια, γιατί ο Πίντσον διαρκώς πετάγεται με περισσή ευκολία από το αστείο στο σοβαρό, και από το γελοίο στο λυρικό. Σαν απόδειξη, κλείνω με ένα απόσπασμα από το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, ένα έργο το οποίο θεωρώ ασύγκριτο. Αλλά, βέβαια, ήταν το πρώτο βιβλίο του Πίντσον που μετέφρασα, και επομένως δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός απέναντί του:

Ο Σλόθροπ μπήκε στο βαγόνι που κουνιόταν μαζί με άλλες τριάντα κρύες και κουρελιασμένες ψυχές, με κόρες ματιών διεσταλμένες και χείλη γεμάτα πληγές. Κάποιοι απ’ αυτούς τραγουδούσαν. Πολλοί ήταν παιδιά. Ήταν ένα προσφυγικό τραγούδι, και ο Σλόθροπ θα το ακούει συχνά μέσα στη Ζώνη, στους καταυλισμούς, έξω στο δρόμο, σε δεκάδες παραλλαγές:

Ένα τρένο αν δεις απόψε,

Μακριά στον ουρανό,

στην κουβέρτα σου κοιμήσου,

και ας πάει στο καλό.

Τρένα μας καλούν τη νύχτα,

Χίλια μίλια μακριά,

Σε αδειανές περνάνε πόλεις,

Δίχως στάση πουθενά.

Οδηγός στη μηχανή τους

Δεν υπάρχει πια κανείς,

Τρένα δίχως επιβάτες,

Είν’ της νύχτας της πικρής.

Οι σταθμοί έρημοι στέκουν,

Και οι ράγες είν’ ψυχρές:

Συνεχίζουν ως το αύριο,

Κι εμείς μένουμε στο χθες.

Για τη νύχτα είναι φτιαγμένα,

Για να χύνουν δάκρυα κρύα.

Κι εμείς είμαστε φτιαγμένοι

για τραγούδι κι αμαρτία.

Γιώργος Κυριαζής

Advertisements

Ο σπόρος της καταστροφής

25/08/2018

[Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια σύντομη παρουσίαση του Έμφυτου Ελαττώματος και δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Βιβλιοθήκη» της εφημερίδας Ελευθεροτυπία στις 21/5/2011. Επειδή ο ιστότοπος της εφημερίδας (όπως και η ίδια η εφημερίδα) δεν υπάρχει πλέον, το αναδημοσιεύω εδώ.]

Λος Άντζελες, 1970. Πρόεδρος της Αμερικής είναι ο Νίξον, και κυβερνήτης της Καλιφόρνιας ο Ρίγκαν. Η διαφθορά, η καταπίεση και η απληστία αρχίζουν να εξαπλώνονται, και οι φόνοι του Τσαρλς Μάνσον αποτελούν την ταφόπλακα στην αντικουλτούρα των χίπηδων, τους οποίους όλοι οι «νορμάλ» άνθρωποι αρχίζουν πλέον να βλέπουν με καχυποψία και φόβο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εκτυλίσσεται το Έμφυτο Ελάττωμα του Τόμας Πίντσον. Πρόκειται για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα στα χνάρια του Ντάσιελ Χάμετ και του Ρέιμοντ Τσάντλερ, αλλά βέβαια δεν είναι ένα τυπικό βιβλίο του είδους, και ο πρωταγωνιστής του, ο Λάρι «Ντοκ» Σπορτέλο, δεν είναι ούτε Σαμ Σπέιντ ούτε Φίλιπ Μάρλοου. Τα βασικά στοιχεία, παρόμοια με αυτά που βρίσκουμε στα φιλμ νουάρ, είναι παρόντα: δράση, μυστήριο, φόνοι, εξαφανίσεις, ανατροπές, μπλεξίματα, πάλη ανάμεσα στη διαφθορά και την ηθική ακεραιότητα, γυναίκες από το παρελθόν, και επιπλέον λαθρεμπόριο, ξέπλυμα χρημάτων, τοκογλυφία, ναρκωτικά, τρέλα, αλλά οι ομοιότητες σταματούν εδώ. Οι χαρακτήρες του Πίντσον δεν κάθονται στα μπαρ πίνοντας ουίσκι, αλλά βλέπουν τηλεόραση καπνίζοντας μαριχουάνα. Η μουσική υπόκρουση δεν είναι η πονεμένη και αισθαντική τζαζ που βλέπουμε στις ταινίες, αλλά διάφορα υπαρκτά ή φανταστικά συγκροτήματα ποπ, σερφ, ροκ και λάτιν. Και ο πρωταγωνιστής είναι ένα απομεινάρι της γεμάτης χρώμα, αγάπη και αθωότητα εποχής των χίπηδων, χωρίς ούτε ίχνος από τον κυνισμό που χαρακτηρίζει άλλους, διασημότερους και παλαιότερους, συναδέλφους του.

Το Έμφυτο Ελάττωμα εντάσσεται στα «καλιφορνέζικα» βιβλία του Πίντσον, μαζί με τη Συλλογή των 49 στο Σφυρί και το Βάινλαντ. Το χαρακτηριστικό αυτής της τριλογίας είναι ότι αποτελούν πιο «ελαφριά» αναγνώσματα (σε σύγκριση, πάντοτε, με τα άλλα βιβλία του συγγραφέα, στα οποία εύκολα χάνεσαι) και έχουν πιο γραμμική πλοκή και πιο εμφανείς πρωταγωνιστές σε σχέση με το Ενάντια στη Μέρα ή το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, για παράδειγμα. Ο αναγνώστης θα έρθει για άλλη μια φορά αντιμέτωπος με το πιντσονικό σύμπαν, αλλά αυτή τη φορά θα το προσεγγίσει πιο εύκολα, και λόγω του μικρότερου μεγέθους του βιβλίου, και λόγω της νουάρ τεχνοτροπίας που υιοθετεί ο συγγραφέας. Αλλά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γραφής του Πίντσον (οι εμμονές του, θα ’λεγε κανείς, που τις βρίσκουμε σε όλα του τα μυθιστορήματα) είναι εδώ: οι καθημερινοί άνθρωποι προσπαθούν να ζήσουν τη ζωή τους αντιμέτωποι με φανερούς και κρυφούς μηχανισμούς εξουσίας, η γλώσσα είναι άλλοτε πολύπλοκη κι άλλοτε ελλειπτική, υπάρχει μια διάχυτη ελαφρότητα κι ένα τρελό κέφι σε μόνιμη αντίστιξη με μια βαριά σκοτεινιά που μοιάζει να ανατέλλει στον ορίζοντα, κυριαρχεί η τρελή φαντασία και η επινοητικότητα, που σε σημεία απογειώνει την αφήγηση, και επίσης γίνεται μια σχεδόν εγκυκλοπαιδική παράθεση προσώπων, πραγμάτων και καταστάσεων, καθώς και συνεχείς αναφορές στην ποπ κουλτούρα, την υποκουλτούρα και την αντικουλτούρα.

Η διαφορά εδώ είναι ότι μάλλον υπάρχει και υλικό από τη ζωή και τις αναμνήσεις του ίδιου του συγγραφέα. Απ’ ό,τι λέγεται (γιατί με τον Τόμας Πίντσον δεν μπορεί ποτέ κανείς να είναι σίγουρος), την εποχή που έγραφε το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, δηλαδή στα τέλη της δεκαετίας του 1960, έμενε στην Παραλία Μανχάταν του Λος Άντζελες. Αυτή η περιοχή είναι το σκηνικό όπου διαδραματίζεται το Έμφυτο Ελάττωμα, μόνο που ο Πίντσον της έχει δώσει το όνομα Γκορντίτα. Η περιοχή και η εποχή μαζί ορίζουν το όλο κλίμα του βιβλίου, το οποίο είναι διαποτισμένο από την κουλτούρα του σερφ, της μαριχουάνας και του ροκ εν ρολ.

Σε βαθύτερο επίπεδο, το Έμφυτο Ελάττωμα αποπνέει νοσταλγία· όχι μόνο τη νοσταλγία του συγγραφέα για τη νιότη του και τον τόπο όπου έζησε, αλλά νοσταλγία (και μαζί θλίψη) για μια εποχή, ή μια ευκαιρία, που χάθηκε: η δεκαετία του 1960 έσβησε άδοξα, το όνειρό της δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα, η Αμερική ακολούθησε το δρόμο της υποταγής στην απληστία. Και, το χειρότερο, αυτό ήταν αναπόφευκτο. Γι’ αυτό και ο Πίντσον διάλεξε αυτό τον τίτλο, που αναφέρεται σε προϊόντα ιδιαίτερα ευπαθή λόγω κατασκευής ή λόγω της ίδιας της φύσης τους.

Τα πάντα έχουν μέσα τους το σπόρο της καταστροφής τους.

Γιώργος Κυριαζής


Μαγειρεύει, άραγε, ο Τόμας Πίντσον;

06/05/2018

Μια ωραία πιντσονική συνέντευξη του Δημήτρη Δημηρούλη στην Popaganda.


Τόμας Πίντσον ― ένας ποπ ήρωας

06/01/2014

[Το κείμενο αυτό γράφτηκε για το περιοδικό «The Books’ Journal», και δημοσιεύτηκε στο τεύχος Δεκεμβρίου 2013.]

Ένας συγγραφέας μπορεί να είναι διάσημος για την ποιότητα του έργου του. Ο Σαίξπηρ, για παράδειγμα: ακόμη και άνθρωποι που δεν τον έχουν διαβάσει ποτέ, γνωρίζουν το όνομά του και αναγνωρίζουν την αξία του. Ένας συγγραφέας μπορεί επίσης, άσχετα με την ποιότητα του έργου του, να είναι διάσημος για την προσωπική του ζωή. Για παράδειγμα, ο Σάλμαν Ρούσντι: ακόμη και άνθρωποι που δεν τον έχουν διαβάσει ποτέ, τον γνωρίζουν από το γεγονός ότι το 1989 ο Χομεϊνί έβγαλε φετφά ζητώντας από τους απανταχού μουσουλμάνους να τον σκοτώσουν· έχουν δει φωτογραφίες του και έχουν διαβάσει συνεντεύξεις του.

Και υπάρχει και ένας συγγραφέας που αποτελεί ξεχωριστή κατηγορία από μόνος του, καθώς είναι ευρύτερα γνωστός (κυρίως στους ανθρώπους που δεν τον έχουν διαβάσει) εξαιτίας του ότι αποφεύγει τις φωτογραφίσεις, τις συνεντεύξεις, και γενικότερα τις δημόσιες εμφανίσεις, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζουμε λεπτομέρειες γύρω από την προσωπική του ζωή. Ο συγγραφέας αυτός λέγεται Τόμας Πίντσον.

Ο άνθρωπος

Τα λίγα πράγματα που ξέρουμε για τον Πίντσον είναι τα εξής: γεννήθηκε στις 8 Μαΐου του 1937 στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης. Το 1953 μπήκε στο Κορνέλ, στο τμήμα εφαρμοσμένης φυσικής, αλλά μεταπήδησε στην Αγγλική Φιλολογία. Από το 1955 ως το 1957 έκανε τη θητεία του στο Αμερικανικό Ναυτικό. Το 1957 γνώρισε τον (αδικοχαμένο) Ρίτσαρντ Φαρίνια. Έγιναν στενοί φίλοι, ο Πίντσον ήταν κουμπάρος του Φαρίνια στο γάμο του με την Μίμι Μπαέζ (αδελφή της Τζόαν), και αργότερα του αφιέρωσε το σπουδαιότερο βιβλίο του, το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας. Από το 1960 ως το 1962 εργάστηκε στην Μπόινγκ, στο Σιάτλ, ως τεχνικός βοηθός. Φεύγοντας από την Μπόινγκ, πήγε για ένα διάστημα στο Μεξικό. Το 1965 μετακόμισε στην Καλιφόρνια, και έμεινε αρκετά στο Λος Άντζελες. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, επέστρεψε στη Νέα Υόρκη. Το 1981 γνώρισε την ατζέντισσα Μέλανι Τζάκσον, την οποία παντρεύτηκε το 1990 και απέκτησε ένα γιο, τον Τζάκσον. Σήμερα μένει στο Άνω Δυτικό Μανχάταν.

Η έλλειψη αναλυτικών και τεκμηριωμένων πληροφοριών γύρω από τη ζωή του, ειδικά τις προηγούμενες δεκαετίες, οδήγησε στο να διαδοθούν διάφορες περίεργες φήμες. Μια απ’ αυτές, που κυκλοφόρησε από έναν αρθρογράφο το 1976, έλεγε ότι δεν υπήρχε κανένας Τόμας Πίντσον, και ότι το όνομα αυτό ήταν ψευδώνυμο του Τζερόμ Ντέιβιντ Σάλιντζερ (διάσημου από το Ο Φύλακας στη Σίκαλη), ο οποίος είχε σταματήσει να γράφει από το 1965. Χρειάστηκε να επέμβει ο ίδιος ο Πίντσον για να κοπάσει αυτή η φήμη· με επιστολή του προς τον αρθρογράφο, τον διαβεβαίωνε πως ναι, είναι υπαρκτό πρόσωπο, και πως ναι, είχε γράψει ο ίδιος τα βιβλία του.

Φαίνεται πως ο Πίντσον είχε από πολύ νωρίς μια απέχθεια προς τις φωτογραφίσεις. Οι μοναδικές φωτογραφίες του που κυκλοφορούν σήμερα είναι από τα μαθητικά του χρόνια, από το κολέγιο, και από τη θητεία του στο Ναυτικό. Από τη δεκαετία του 1960 μέχρι και σήμερα, η μορφή του δεν έχει αποτυπωθεί σε κανένα φιλμ και σε κανέναν φωτοευαίσθητο αισθητήρα ― ή, αν έχει αποτυπωθεί, αυτή η αποτύπωση δεν έχει φτάσει ως εμάς, αλλά έχει παραμείνει σε έναν κλειστό κύκλο γνωστών και φίλων οι οποίοι σέβονται με αξιοθαύμαστη αφοσίωση την επιθυμία του να μην έχει απολύτως καμία σχέση με αυτό που λέμε «δημοσιότητα». Ο Φαρίνια, ο οποίος πέθανε το 1966, ήδη από τότε τον πείραζε για την εμμονή του αυτή, δηλαδή να μη φωτογραφίζεται. Σύμφωνα με μια αφήγηση, το 1963 ένας φωτογράφος πήγε στο ξενοδοχείο όπου έμενε ο Πίντσον, στην πόλη του Μεξικού, για να τον φωτογραφίσει για το «αυτί» του πρώτου του βιβλίου, του V. Άνοιξε κάποιος και είπε ότι ο Πίντσον δεν ήταν εκεί, και ότι θα επέστρεφε σε μια ώρα. Ο φωτογράφος ξαναπήγε μετά από μια ώρα, και βρήκε το δωμάτιο άδειο. Το 1997, ένας ρεπόρτερ από το CNN κατάφερε να τον εντοπίσει στο Μανχάταν και τον κατέγραψε σε βίντεο, το οποίο προβλήθηκε από το κανάλι, αλλά μετά από αίτημά του η παρουσιάστρια δεν αποκάλυψε ποιος από τους (πολλούς) εικονιζόμενους ήταν ο Πίντσον. Το 1998, ένας δημοσιογράφος τον εντόπισε, ξανά στο Μανχάταν, τον κυνήγησε, προσπάθησε να τον φωτογραφίσει, και μετά είχε την απαίτηση να του σφίξει το χέρι. Ο Πίντσον τον έβρισε. Το 2004, όταν συναντήθηκε με τους δημιουργούς της σειράς κινουμένων σχεδίων The Simpsons, για να τους δανείσει το όνομά του και τη φωνή του, του ζήτησαν την άδεια για μια αναμνηστική φωτογραφία. Αρνήθηκε. Όπως αρνείται πεισματικά να δώσει συνέντευξη ― σε οποιονδήποτε. Και φαίνεται πως η άρνησή του να κάνει τέτοιου τύπου δημόσιες εμφανίσεις δεν περιορίζεται μόνο στους δημοσιογράφους και τους φωτογράφους. Όταν το αμερικανικό Εθνικό Ίδρυμα Βιβλίου το 1973 τού έδωσε το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου για το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, δεν πήγε ο ίδιος στην απονομή, αλλά έστειλε στο πόδι του τον κωμικό Έργουιν Κόρι. Επίσης, λέγεται πως ο διάσημος συγγραφέας Νόρμαν Μέιλερ, αγανακτισμένος που ο Πίντσον αγνοούσε τις επανειλημμένες του κρούσεις να βρεθούν να πιούνε κάτι παρέα, βρήκε τη διεύθυνσή του, πήγε στο σπίτι του και άρχισε να κοπανάει την πόρτα. Μετά από λίγο τα παράτησε, αλλά καθώς έφευγε, κάποιοι γείτονες τού είπαν ότι είδαν έναν περίεργο ψηλό τύπο να πηδάει από το παράθυρο και να απομακρύνεται βιαστικά.

Όλα αυτά όμως δεν σημαίνουν ότι ο Τόμας Πίντσον είναι ερημίτης. Άλλωστε, ποιος ερημίτης ζει στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, σε μια από τις πολυπληθέστερες περιοχές του πλανήτη; Αντίθετα, έχουμε και αφηγήσεις οι οποίες μας πληροφορούν ότι κατά καιρούς διατηρούσε φιλίες και άλλες κοινωνικές σχέσεις. Την εποχή που έμενε στο Μανχάταν Μπιτς του Λος Άντζελες, από το 1965 ως τις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν δηλαδή έγραφε το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, έτρωγε με τη σπιτονοικοκυρά του και την βοηθούσε πότε-πότε στις δουλειές, είχε φίλους που έρχονταν στο σπίτι του, και έβγαινε έξω για καφέ, τσιγάρο, μπουρίτο ή χάμπουργκερ με τυρί και τσίλι. Άνθρωποι που τον γνώρισαν τότε λένε πως ήταν ψηλός, με αχτένιστα μαλλιά και τσαλακωμένα ρούχα, και φαινόταν αμέσως πως είχε πολύ δυνατό μυαλό. Φαίνεται επίσης ότι τραύλιζε, ιδίως με ανθρώπους που δεν γνώριζε καλά. Είχε προοδευτικές ιδέες, και αρκετές φορές ερχόταν σε αντιπαράθεση με όσους συντηρητικούς γνώριζε. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούσε να είναι πολύ προσεχτικός και επιφυλακτικός, σε βαθμό παράνοιας. Για να σου επιτρέψει να τον πλησιάσεις έπρεπε πρώτα να σε κόψει καλά με το μάτι, ή αλλιώς να βρει την πρώτη σου κουβέντα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα· και βέβαια, ποτέ δεν μιλούσε για αυτά που έγραφε, και όταν έγραφε μπορούσε να μείνει κλεισμένος μέσα στο σπίτι του μέρες ολόκληρες, κρεμώντας πετσέτες μπροστά στα παράθυρα, ώστε να μην τον αποσπά τίποτε. Έκανε παρέα με τη νεολαία της περιοχής, και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να αποτελέσει μέρος του σύμπαντος που είχαν διαμορφώσει οι ενήλικες Αμερικανοί της μεσαίας τάξης. Δεν γνωρίζουμε αν το πέτυχε αυτό στην προσωπική του ζωή, αλλά σίγουρα έχει κάνει εντύπωση η άρνησή του να γίνει ένα ακόμη σνακ για την πρόσκαιρη τέρψη της ακόρεστης περιέργειας του κοινού των ΜΜΕ.

Ελλείψει συνεντεύξεων, οι απόψεις του Πίντσον δεν είναι ούτε ιδιαίτερα γνωστές ούτε ιδιαίτερα σαφείς, καθώς εντάσσονται μέσα σε ένα μυθοπλαστικό πλαίσιο, όπου συχνά δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει ποιες απόψεις ανήκουν στους χαρακτήρες και ποιες στον συγγραφέα. Από κάποιες σκηνές, ωστόσο, όπως και από τα λίγα μη λογοτεχνικά κείμενά του (όπως η εισαγωγή στο 1984 του Τζορτζ Όργουελ), μπορούμε να συνάγουμε ότι είναι ένας άνθρωπος που αγαπά την ελευθερία, ποθεί την κοινωνική δικαιοσύνη και απεχθάνεται τον ολοκληρωτισμό· είναι καχύποπτος απέναντι στην εξουσία, είτε πολιτική είτε οικονομική, και εκφράζει στοργή, αν όχι κατανόηση, για τους αδύναμους καθημερινούς ανθρώπους που προσπαθούν να αντιδράσουν ή, τουλάχιστον, να επιβιώσουν.

Το έργο

Όπως είπαμε στην αρχή, ο Πίντσον μπήκε στο τμήμα εφαρμοσμένης φυσικής του Κορνέλ, αλλά στην πορεία άλλαξε γνώμη και πήγε στην Αγγλική Φιλολογία, καθώς ανακάλυψε ότι αυτό που ήθελε στ’ αλήθεια να κάνει ήταν να γράφει. Οι πρώτες του προσπάθειες ήταν κάποια διηγήματα, που δημοσιεύτηκαν σε διάφορα περιοδικά από το 1959 ως το 1964, και που αργότερα, το 1984, τα μάζεψε (εκτός από ένα) και τα έβγαλε σε βιβλίο με τίτλο Slow Learner (Βραδείας Καύσεως). Εκεί έχει γράψει και μια εισαγωγή, όπου και ο ίδιος παραδέχεται ότι τα διηγήματα αυτά είναι πρωτόλεια και δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Είναι ενδιαφέροντα όμως για τους μελετητές του, καθώς σε αυτά διαγράφονται τα πρώτα ψήγματα της τεχνικής που θα ακολουθούσε αργότερα στη γραφή του, και που φάνηκε ήδη με εντυπωσιακό τρόπο στο πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο V., το οποίο εκδόθηκε το 1963 και πήρε το Βραβείο του Ιδρύματος Γουίλιαμ Φώκνερ για το καλύτερο μυθιστόρημα πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Εκεί ο Πίντσον περιγράφει τις περιπέτειες ενός ναύτη στο αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό που τελειώνει τη θητεία του το 1956 και επιστρέφει στη Νέα Υόρκη, όπου βρίσκει διάφορους νεαρούς μποέμ καλλιτέχνες της εποχής. Επίσης περιγράφει την προσπάθεια ενός άλλου κεντρικού χαρακτήρα να ανακαλύψει την ταυτότητα μιας γυναίκας, για την οποία γνωρίζει μόνο ότι το όνομά της αρχίζει από Β.

Το V. είναι ένα φιλόδοξο βιβλίο, που οι κριτικοί δεν δίστασαν καθόλου να το εντάξουν στην παράδοση του «νέου αμερικανικού μυθιστορήματος» που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται από συγγραφείς όπως ο Κέρουακ, ο Μπέλοου και ο Χέλερ, και που πατούσε στις γερές πλάτες συγγραφέων όπως ο Φώκνερ, ο Τουέιν, ο Φιτζέραλντ και ο Ναμπόκοφ. Οι Τάιμς της Νέας Υόρκης το χαιρέτισαν ως σπουδαίο πρώτο δείγμα ενός πολλά υποσχόμενου συγγραφέα με λαμπρό μέλλον, και η ιστορία έδειξε ότι οι προσδοκίες αυτές δεν διαψεύστηκαν.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1966, εκδόθηκε το The Crying of Lot 49 (Η Συλλογή των 49 στο Σφυρί), μια νουβέλα που κέρδισε το Βραβείο Ρίτσαρντ και Χίλντα Ρόζενταλ του Εθνικού Ιδρύματος Τεχνών και Γραμμάτων. Πρόκειται για την ιστορία μιας γυναίκας η οποία, στην προσπάθειά της να εκτελέσει τη διαθήκη ενός πλουσίου, ανακαλύπτει μέσω μιας συλλογής γραμματοσήμων την ύπαρξη ενός υπόγειου ταχυδρομικού δικτύου. Το βιβλίο είναι μια υπέροχη βουτιά στην παράνοια που συνοδεύει τις θεωρίες συνωμοσίας, αλλά ο ίδιος ο Πίντσον μάλλον το θεωρεί απλώς ένα ενδιαφέρον πείραμα.

Ένα πείραμα που βρήκε την εφαρμογή του του στο σπουδαιότερο έργο του Πίντσον, το Gravity’s Rainbow (Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας), το οποίο κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου το 1974, και την επόμενη χρονιά ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Πούλιτζερ, αλλά η συμβουλευτική επιτροπή δεν το δέχτηκε, γιατί το θεώρησε «άσεμνο». Το βιβλίο εγκαινίασε αυτό που λέμε «εγκυκλοπαιδικό μυθιστόρημα», καθώς είναι γεμάτο ιστορικές, γεωγραφικές και πολιτιστικές λεπτομέρειες, με μπόλικες δόσεις συνωμοσίας, παράνοιας, χιούμορ και δράσης· συνδυάζει με μοναδικό τρόπο την τραγωδία με την κωμωδία και την ιστορία με το λυρισμό, εστιάζοντας, παρ’ όλα αυτά, στους καθημερινούς χαρακτήρες και σε όλους σχεδόν τους τομείς της ανθρώπινης εμπειρίας. Η πλοκή ακολουθεί διάφορους χαρακτήρες σε διάφορα μέρη του κόσμου, αλλά κυρίως στην Αγγλία και τη Γερμανία από το 1943 ως το 1945, με τις νικήτριες δυνάμεις να ανταγωνίζονται για το ποιος θα βάλει στο χέρι την προηγμένη πυραυλική γερμανική τεχνολογία μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου· αυτή η περιγραφή όμως δεν καταφέρνει να μεταφέρει το μέγεθος και την ευρύτητα του βιβλίου. Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, που κάποιοι κριτικοί το συγκρίνουν σε εύρος και σημασία με τον Οδυσσέα του Τζόις, εξακολουθεί να θεωρείται το καλύτερο έργο του Πίντσον, και ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα που γράφτηκαν ποτέ.

Μετά, ακολούθησε μια συγγραφική σιωπή που κράτησε 17 ολόκληρα χρόνια (στο ενδιάμεσο, βέβαια, κυκλοφόρησαν τα διηγήματα που είχε γράψει σε νεαρή ηλικία) και που έσπασε το 1990 με το Vineland. Αυτό το βιβλίο οι κριτικοί το υποδέχτηκαν πολύ ψυχρά, μάλλον γιατί μετά το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, και μετά από τόσα χρόνια προετοιμασίας, περίμεναν κάτι ανάλογου βεληνεκούς, και όπως ήταν φυσικό απογοητεύτηκαν, καθώς το Βάινλαντ ήταν ένα εντελώς διαφορετικό μυθιστόρημα: γραμμικό, εστιασμένο χρονικά και τοπικά, μιλά για την Καλιφόρνια της δεκαετίας του 1980 και για την πολιτιστική και κοινωνική διαπάλη που είχε ξεκινήσει στην Αμερική από τη δεκαετία του 1960, και το κάνει με έναν αρκετά ανάλαφρο τρόπο, ο οποίος ξένισε όσους περίμεναν ένα ακόμη έπος.

Το 1997, όμως, ο Πίντσον επέστρεψε με το γνώριμο ύφος του στο Mason & Dixon, ένα βιβλίο που, απ’ ό,τι λέγεται, είχε αρχίσει να το δουλεύει ήδη από το 1975. Εδώ ο Πίντσον τοποθετεί την πλοκή στον 18ο αιώνα και χρησιμοποιεί δύο ιστορικά πρόσωπα, τον Άγγλο αστρονόμο Τσαρλς Μέισον και τον συμπατριώτη του τοπογράφο Τζερεμάια Ντίξον, για να μιλήσει ουσιαστικά για την αποικιοκρατία και τη δουλεία, αναδεικνύοντας το σκοτεινό πρόσωπο του διαφωτισμού, αλλά και για την επιστήμη και τη φιλία. Είναι το πιο «ανθρώπινο» από τα βιβλία του, παράλληλα όμως εμβαθύνει με το δικό του τρόπο στις συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκαν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Το 2006 ο Πίντσον εκδίδει το μεγαλύτερο σε όγκο βιβλίο του, το Against the Day (Ενάντια στη Μέρα), το οποίο, συνεχίζοντας την παράδοση του εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος, ακολουθεί διάφορους χαρακτήρες από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τις αρχές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στις περιπέτειές τους σε διάφορα μέρη του κόσμου (Αμερική, Αγγλία, Γερμανία, Βενετία, Σιβηρία, Ελλάδα, Βαλκάνια κ.λπ.) αλλά και σε μέρη που δεν υπάρχουν καν στο χάρτη. Παράλληλα, το βιβλίο ουσιαστικά αφηγείται (και κατακρίνει) τη γέννηση του αμερικανικού καπιταλισμού. Και πάλι, όμως, η περιγραφή αυτή αδικεί κατάφωρα ένα μυθιστόρημα χιλίων σελίδων που περιέχει τόσα πράγματα που ακόμη κι ένας έμπειρος αναγνώστης μπορεί να χαθεί μέσα του.

Τρία χρόνια αργότερα, κυκλοφόρησε το Inherent Vice (Έμφυτο Ελάττωμα), μια προσωπική ματιά στο τέλος της εποχής των χίπηδων στην Καλιφόρνια του 1970, και στην ανατολή μιας νέας, συντηρητικής Αμερικής. Εδώ ο Πίντσον ουσιαστικά νοσταλγεί τα νιάτα του, καθώς περιγράφει μια περιοχή και μια εποχή που έζησε ο ίδιος. Το βιβλίο είναι γεμάτο μουσική και υιοθετεί ύφος και πλοκή νουάρ, με πρωταγωνιστή έναν μαστούρη ιδιωτικό ντετέκτιβ που προσπαθεί να διαλευκάνει μια υπόθεση απαγωγής.

Και πριν από λίγο καιρό, στις 17 Σεπτεμβρίου του 2013, κυκλοφόρησε άλλο ένα βιβλίο του Πίντσον, με τίτλο Bleeding Edge: στη Νέα Υόρκη του 2001, λίγους μήνες πριν το χτύπημα στους δίδυμους πύργους, μια ερευνήτρια υποθέσεων οικονομικής απάτης μπλέκει σε μια ιστορία που έχει να κάνει με τη χρηματιστηριακή φούσκα των εταιριών υψηλής τεχνολογίας. Ως σκηνικό, το βιβλίο χρησιμοποιεί την πληροφορική, το διαδίκτυο (ιδίως το λεγόμενο βαθύ διαδίκτυο) και την 11η Σεπτεμβρίου, και φυσικά οι θεωρίες συνωμοσίας δεν λείπουν.

Αυτό που ενοποιεί όλα τα μυθιστορήματα του Τόμας Πίντσον, πέρα από το μοναδικό και ιδιαίτερο γλωσσικό του ύφος, τις μεγάλες και δαιδαλώδεις προτάσεις που πολλές φορές κατακερματίζονται, καθώς και τον ελλειπτικό (δηλαδή καθαρά προφορικό) διάλογο, είναι η διάχυτη αίσθηση ότι οι άνθρωποι αναγκάζονται να ζουν και να ενεργούν μέσα σε ένα πλέγμα αλληλοσυγκρουόμενων δυνάμεων τις οποίες συχνά δεν μπορούν να διακρίνουν, και οι οποίες κατευθύνονται από ορατά ή αόρατα κέντρα εξουσίας, που με τη σειρά τους προσπαθούν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους όσο τον δυνατόν μεγαλύτερο τμήμα του ευρύτερου κόσμου. Τίποτε δεν είναι ακριβώς όπως φαίνεται, και μέσα σε αυτό τον ωκεανό αβεβαιότητας οι απλοί άνθρωποι, βυθισμένοι στην παράνοια, ή, ακόμη χειρότερα, στην αντιπαράνοια, έρμαια καταστάσεων που δεν κατανοούν σε βάθος, καλούνται να ζήσουν και να δημιουργήσουν (ή όχι, καθώς η τυχαιότητα και η εντροπία καθιστούν δυνατή την ύπαρξη ελεύθερης βούλησης) εστίες ακόμη και μάταιης αντίστασης, βάζοντας ο καθένας, εκούσια ή ακούσια, τη μικρή του ψηφίδα στο απέραντο ψηφιδωτό που λέγεται «ανθρώπινη εμπειρία», ή αλλιώς «πολιτισμός».

Η ποπ κουλτούρα

Τι είναι, όμως, «πολιτισμός»; Προφανώς υπάρχουν πολλοί ορισμοί, αλλά ας πούμε απλά ότι πολιτισμός (culture) είναι ένα σύνολο τοπικά και χρονικά εστιασμένων χαρακτηριστικών όπως η γλώσσα, η θρησκεία, οι τέχνες, οι νόμοι, τα ήθη, τα έθιμα, οι διατροφικές συνήθειες, η επιστημονική γνώση, η τεχνολογία, κ.λπ., τα οποία έχει διαμορφώσει μια κοινωνία και τα θεωρεί δικά της. Όλα αυτά παίζουν μεγάλο ρόλο στην εγκυκλοπαιδική διάσταση των μυθιστορημάτων του Πίντσον, αλλά προς το παρόν ας μείνουμε στις τέχνες.

Είναι γνωστή (έως και κοινότοπη) η διάκριση ανάμεσα σε υψηλή και λαϊκή τέχνη, μια διάκριση που εννοιολογικά είναι εφεύρημα του 17ου αιώνα, αλλά εκφράζει μια διαφοροποίηση στη λογοτεχνία, τη μουσική και τις εικαστικές τέχνες που είχε εμφανιστεί πολύ νωρίτερα, ανάλογα με το αν ένα έργο τέχνης απευθυνόταν στους ευγενείς ή στον απλό λαό. Από τις αρχές του 20ού αιώνα η διάκριση αυτή άρχισε να χάνει το νόημά της, καθώς το «λαϊκή» άρχισε βαθμιαία να σημαίνει «παραδοσιακή», και εμφανίστηκε στη θέση της η λεγόμενη εμπορική τέχνη, που μετεξελίχθηκε σε μαζική. Όλα αυτά μέχρι τη δεκαετία του 1950, οπότε εμφανίζεται το ρεύμα της ποπ αρτ, το οποίο περιόρισε σημαντικά αυτή τη διάκριση, συγχέοντας τα όρια μεταξύ του υψηλού και του εμπορικού. Σήμερα, στα απόνερα πλέον του μεταμοντερνισμού (όσο κι αν αντιδρούν κάποιοι στον όρο αυτό, αμφισβητώντας μέχρι και την ύπαρξή του), η διάκριση αυτή δεν έχει κανένα απολύτως νόημα, και το κυρίαρχο ρεύμα (αν μεταφράσουμε έτσι τον όρo mainstream) της εποχής αγκαλιάζει ένα ευρύτατο φάσμα καλλιτεχνών με φαινομενικά πολύ διαφορετικές τεχνοτροπίες, δημιουργώντας έτσι ένα ενιαίο σύνολο που άνετα μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε, σκέτα, κουλτούρα. Παρ’ όλα αυτά, χρησιμοποιείται ακόμη ο όρος «ποπ» για να εκφράσει την τέχνη που απευθύνεται σε όσο το δυνατόν ευρύτερο κοινό, και όχι μόνο σε γνώστες και μυημένους.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κινείται με περισσή άνεση ο Πίντσον, χρησιμοποιώντας ολόκληρο το φάσμα του πολιτισμού, δηλαδή της ανθρώπινης εμπειρίας, δείχνοντας όμως μια ιδιαίτερη αγάπη προς αυτό που λέμε λαϊκή, εμπορική ή ποπ κουλτούρα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι άλλοι θεωρούμενοι (όπως και ο ίδιος) «υψηλοί» συγγραφείς. Άλλωστε, γνωρίζουμε ότι λατρεύει την τζαζ, ιδίως τον Θελόνιους Μονκ, τρελαίνεται για το χιούμορ του Σπάικ Τζόουνς (μάλιστα, έχει γράψει και εισαγωγικό κείμενο για το δίσκο Spiked! The Music of Spike Jones), και του αρέσουν πολύ οι Beach Boys, αλλά και η ψυχεδέλεια, ενώ γνωρίζει και αρκετά από κλασική μουσική· του αρέσουν παλιές ταινίες όπως Ο Μάγος του Οζ και τηλεοπτικές σειρές όπως το The Brady Bunch, αλλά και καρτούν όπως ο Μπαγκς Μπάνι, ο Ρόουντ Ράνερ και ο Ντόναλντ Ντακ. Έτσι, δεν είναι καθόλου περίεργο που τα μυθιστορήματά του είναι γεμάτα με αναφορές στον κινηματογράφο, την τηλεόραση, τη μουσική και τα κόμιξ, πάντοτε ανάλογα με την εποχή στην οποία εξελίσσεται το καθένα. Το V. (δεκαετία του 1950) περιέχει τζαζ, αυτοσχέδια τραγούδια, πλανόδιους μουσικούς, τον Πατ Μπουν, αλλά υπάρχει κάπου και μια βιόλα ντα γκάμπα. Η Συλλογή των 49 στο Σφυρί (δεκαετία του 1960) ξεκινά με μια αναφορά στο Κοντσέρτο για Ορχήστρα του Μπέλα Μπάρτοκ (έργο για μυημένους), και αμέσως μετά πηγαίνει στη λεγόμενη «μουσική για ασανσέρ» και σε ένα ανήκουστο κοντσέρτο του Βιβάλντι για καζού (σε κάτι τέτοια φαίνεται ξεκάθαρα η μίξη υψηλής και λαϊκής κουλτούρας που διαπνέει όλο το έργο του Πίντσον), για να κάνει αργότερα αναφορές στον Τζακ Λέμον, στον Φου Μαντσού, στην τηλεοπτική Σκιά, στον Γκοτζίλα και στον Πόρκι Πιγκ. Στο Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας (1943-1945), κυριαρχούν η τζαζ της εποχής (Μπένι Γκούντμαν, Γκλεν Μίλερ, Τσάρλι Πάρκερ) και ο παλιός κινηματογράφος (Μετρόπολις, Μ, Δόκτωρ Μαμπούζε, Κινγκ Κονγκ, Μάγος του Οζ). Δεν λείπει όμως και η αναφορά στον αδικοχαμένο Άντον Βέμπερν, ενώ υπάρχει και ένα έξοχο επεισόδιο όπου δύο χαρακτήρες τσακώνονται, μέσα σε ένα ντουμάνι μαριχουάνας, για το αν είναι καλύτερος συνθέτης ο Μπετόβεν ή ο Ροσίνι. Εδώ συναντάμε και πολλούς ήρωες από τα κόμιξ της εποχής, όπως τον Μπαγκς Μπάνι, ξανά τον Πόρκι, τον Ντάμπο, τον Κάπτεν Μίντναϊτ, ξανά τον Φου Μαντσού, τον Ζορρό, την Πράσινη Σφήκα, τον Σούπερμαν, τους 4 Φανταστικούς και τον Πλάστικμαν, με βάση τον οποίο ο Πίντσον φτιάχνει μια φανταστική μετάλλαξη του πρωταγωνιστή του και του δίνει το όνομα Ρόκετμαν, ο οποίος, σε μια από τις περιπέτειές του μέσα στην κατειλημμένη, πλέον, Γερμανία, έρχεται αντιμέτωπος με τον ηθοποιό Μίκι Ρούνι…

Το Βάινλαντ επαναφέρει την πλοκή στο (τότε) παρόν, στη δεκαετία του 1980, και ήδη από τις πρώτες σελίδες κάνει αναφορά στην τρίτη ταινία της τριλογίας του Πολέμου των Άστρων, στην Επιστροφή των Τζεντάι. Ακολουθούν η Πία Ζαντόρα, ο Γκοτζίλα (μια από τις εμμονές του Πίντσον, μαζί με τα γουρούνια, το γιουκαλίλι και το καζού), και πολλή τηλεόραση, ενώ στο Μέισον και Ντίξον (τέλη 18ου αιώνα), όπου δεν υπάρχουν ούτε τηλεόραση, ούτε κινηματογράφος, ούτε ηχογραφημένη μουσική, η μαζική κουλτούρα κάνει την εμφάνισή της μέσα από τα ρομαντικά μυθιστορήματα, αλλά και μέσα από συγκαλυμμένες αναχρονιστικές αναφορές στον Ποπάι και τον Ντάφι Ντακ. Στο Ενάντια στη Μέρα (τέλη 19ου αιώνα – αρχές 20ού) ξαναβρίσκουμε τη μουσική και τα κόμιξ, με αναφορές σε δημοφιλή τραγούδια όπως η Machiche και η Cucaracha, ή σε χάρτινους ήρωες όπως ο Μικρός Νέμο και ο Φρανκ Μέριγουελ. Επίσης βρίσκουμε και τον κινηματογράφο, που τότε έκανε τα πρώτα του βήματα με ονόματα όπως οι αδελφοί Λυμιέρ, ενώ οι αεροπλόοι «Φίλοι της Τύχης», από τους πρωταγωνιστές του βιβλίου, είναι επίσης ήρωες σε βιβλιοπεριοδικά με φανταστικές περιπέτειες, τα λεγόμενα pulp fiction. Και σε μια ευφάνταστη και αναχρονιστική παρέκβαση από την αφηγηματική πραγματικότητα, ο Πίντσον παραπέμπει στο γνωστό βιντεοπαιχνίδι Τέτρις, το οποίο εμφανίστηκε πολλά χρόνια αργότερα από το ιστορικό πλαίσιο της πλοκής.

Το Έμφυτο Ελάττωμα, με την πλοκή να διαδραματίζεται το 1970 στο Λος Άντζελες, είναι το βιβλίο του Πίντσον με τα περισσότερα αυτοβιογραφικά στοιχεία, καθώς μιλά για μια εποχή και έναν τόπο που έζησε ο ίδιος. Έτσι, δεν είναι καθόλου περίεργο που υπάρχουν περίπου 100 αναφορές σε τραγούδια και τραγουδιστές της εποχής ή παλιότερους, από όλο το μουσικό φάσμα: ροκ, σερφ, ποπ, ψυχεδέλεια, ροκ εν ρολ, τζαζ, μιούζικαλ, κάντρι, κλασική, κ.λπ. Όλα αυτά από την πρώτη σελίδα του βιβλίου (Country Joe & the Fish) μέχρι και την προτελευταία («God Only Knows» των Beach Boys). Επίσης, γίνεται ολόκληρη παρέλαση αναφορών στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, χωρίς βέβαια να λείπουν τα κόμιξ και τα καρτούν: Κρέιζι Κατ, Μπαγκς Μπάνι, Γιοσέμιτι Σαμ, Γκούφι, Ντόναλντ Ντακ, Ποπάι, Μπρούτο, Σκούμπι Ντου, Τουίτι, ακόμη και τα Στρουμφάκια. Και στο καινούργιο του βιβλίο, το Bleeding Edge, με την πλοκή εστιασμένη στο 2001, ήδη από τις πρώτες σελίδες ο Πίντσον μάς κλείνει το μάτι με αναφορές στην Μπρίτνι Σπίαρς, την τηλεοπτική σειρά Μπέιγουοτς, την ταινία Έις Βεντούρα, Ντετέκτιβ Ζώων, το κουκλάκι Φέρμπι (που προσφάτως επανήλθε στην ελληνική επικαιρότητα μέσα από το κήρυγμα ενός ιερέα), το καρτούν Ντράγκον Μπολ Ζ, την Αρίθα Φράνκλιν, την Σανάια Τουέιν, το νορβηγικό μπλακ μέταλ, τους σκηνοθέτες ταινιών τρόμου αδελφούς Πανγκ, διάφορα παιχνίδια υπολογιστών, τη Μαντόνα, τον Μόμπι, τον Jay-Z, τους Στίλι Νταν, τη Δυναστεία, τα Φιλαράκια, τον Μπομπ τον Σφουγγαράκη και πολλά, πολλά άλλα.

Είναι φανερό ότι ο Πίντσον λατρεύει την ποπ κουλτούρα. Αλλά και η ποπ κουλτούρα δεν αδιαφόρησε γι’ αυτόν, εμπνευσμένη από το βάθος και το εύρος των βιβλίων του αλλά και από το μυστήριο που τον τυλίγει εξαιτίας της άρνησής του να φωτογραφηθεί και να δώσει συνεντεύξεις. Έτσι, στο κόμιξ (πιο σωστά: εικονιστόρημα) V for Vendetta, σε ένα καρέ που δείχνει τη βιβλιοθήκη του πρωταγωνιστή, βλέπουμε να φιγουράρει το V. του Τόμας Πίντσον, ενώ ο Αμερικανός εικαστικός καλλιτέχνης Ζακ Σμιθ έχει φτιάξει ένα βιβλίο το οποίο περιέχει ένα σκίτσο για κάθε σελίδα του Gravity’s Rainbow. Το ίδιο μυθιστόρημα, που είναι και το πιο διάσημο βιβλίο του Πίντσον, εμφανίζεται για λίγο στις ταινίες Mr. Jealousy, Good Will Hunting και Storytelling, ενώ στο The Miracle Mile (Μεγάλος πανικός σε μικρή πόλη) χρησιμοποιείται σε μια σκηνή ένας οδηγός με σημειώσεις για το βιβλίο, ο οποίος όμως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Στην καλτ ταινία Οι Περιπέτειες του Μπακαρού Μπανζάι στην 8η Διάσταση, υπάρχουν μπόλικες υπόγειες αναφορές στη Συλλογή των 49 στο Σφυρί και στο V., κάτι που ο Πίντσον αργότερα ανταπέδωσε με ανάλογες υπόγειες αναφορές στην ταινία (και ταυτόχρονα στον Πόλεμο των Κόσμων του Γουέλς) μέσα στο Βάινλαντ. Και υπάρχει και ένα ντοκιμαντέρ του 2001 για τον Πίντσον και τη διεθνή κοινότητα των φανατικών αναγνωστών του, με τον τίτλο A Journey into the Mind of P., ο οποίος αποτελεί αναφορά στο δοκίμιο του Πίντσον που είχε τίτλο A Journey into the Mind of Watts και μιλούσε για τις ταραχές που ξέσπασαν στη συνοικία Γουάτς του Λος Άντζελες τον Αύγουστο του 1965.

Το 1994, το σενάριο ενός σκετς στην τηλεοπτική κωμική εκπομπή The John Larroquette Show έβαζε κάποιον χαρακτήρα να λέει ότι είδε τον Πίντσον στο δρόμο να φοράει ένα μπλουζάκι με στάμπα που απεικόνιζε τον Γουίλι Ντεβίλ. Σύμφωνα με ένα άρθρο στο περιοδικό New York, ο αρχισυντάκτης της εκπομπής επικοινώνησε με τον Πίντσον για να πάρει την έγκρισή του για το σενάριο, και ο Πίντσον (μέσω της ατζέντισσάς του) απάντησε ότι, παρ’ όλο που του άρεσε ο Γουίλι Ντεβίλ, θα προτιμούσε το μπλουζάκι να απεικονίζει τον Ρόκι Έρικσον (από το ψυχεδελικό συγκρότημα The 13th Floor Elevators), πράγμα που έγινε. Στην ίδια εκπομπή υπήρχαν κι άλλες μικρές αναφορές στα βιβλία του Πίντσον, πάντοτε ενσωματωμένες στο σενάριο.

Αναφορές στον Πίντσον εμφανίζονται και το 1999 σε δυο επεισόδια της πολύ καλής σειράς κινουμένων σχεδίων Futurama, που είναι παραγωγή της ίδιας ομάδας που κάνει τους Simpsons. Αλλά η πιο εμφανής παρουσία του Πίντσον στην ποπ κουλτούρα έγινε το 2004 στους Simpsons, όπου ο Πίντσον εμφανίζεται ως χαρακτήρας μέσα στο καρτούν με χαρτοσακούλα στο κεφάλι, παίζοντας, έτσι, με το γεγονός ότι δεν επιτρέπει στα μήντια να δείξουν την εικόνα του· η φωνή που ακούγεται, όμως, είναι επιβεβαιωμένα δική του.

Αλλά η μεγαλύτερη επίδραση του Πίντσον στην ποπ κουλτούρα μάλλον έγινε στη μουσική: η Pat Benatar έδωσε σε ένα δίσκο της τον τίτλο Gravity’s Rainbow· οι Ed Hall ονόμασαν ένα τραγούδι τους Roger Mexico (χαρακτήρας από το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας)· οι Soft Machine έφτιαξαν ένα μεγάλο progressive κομμάτι, το Esther’s Nose Job, βασισμένοι σε ένα επεισόδιο από το V. που περιγράφει μια πλαστική εγχείρηση στη μύτη· το συγκρότημα Benny Profane πήρε το όνομά του από τον έναν από τους δύο βασικούς χαρακτήρες του V., και οι The Whole Sick Crew από το όνομα της συμμορίας του· το γερμανικό αβανγκάρντ συγκρότημα Cassiber χρησιμοποίησε σε τραγούδια του αποσπάσματα από το Gravity’s Rainbow· οι Insect Trust βάσισαν στίχους τους στο V., ενώ ο Jazz Butcher ονόμασε ένα τραγούδι του Looking for Lot 49· Lot 49 ήταν και το όνομα δύο συγκροτημάτων, το ένα από το Οντάριο και το άλλο από τη Νέα Υόρκη· από τη Νέα Υόρκη είναι και οι Lotion, για τους οποίους ο Πίντσον έγραψε κείμενο που ενσωματώθηκε σε ένα δίσκο τους· το καλιφορνέζικο μέταλ συγκρότημα Time in Malta πήρε το όνομά του από το V., και οι Yoyodyne από τη Συλλογή των 49 στο Σφυρί. Πιντσονικές επιδράσεις βρίσκουμε και σε κομμάτια των Pere Ubu, των Radiohead, των Yo La Tengo και του Warren Zevon.

Ειδική μνεία αξίζει η περίπτωση της Laurie Anderson, η οποία αφιέρωσε το εξαιρετικό κομμάτι της Gravity’s Angel στον Τόμας Πίντσον. Όπως έχει πει η ίδια σε συνέντευξή της, είχε τη φιλοδοξία να ανεβάσει το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας σε μορφή όπερας. Κατάφερε να επικοινωνήσει με τον Πίντσον, ο οποίος της απάντησε ότι δέχεται, αλλά με την προϋπόθεση το μοναδικό όργανο που θα χρησιμοποιήσει να είναι το μπάντζο. Η Άντερσον κατάλαβε ότι αυτός ήταν ένας ιδιότυπος τρόπος άρνησης, και δεν επέμεινε.

Ένα από τα πράγματα που μαγεύουν τους αναγνώστες του Πίντσον είναι το γεγονός ότι τα βιβλία του είναι πολυδιάστατα και γεμάτα παντός είδους ερεθίσματα: πνευματικά, γλωσσικά, συναισθηματικά, ιστορικά, οπτικά, ακουστικά, γευστικά, και ναι, ακόμη και οσφρητικά, όπως σε αυτό το απόσπασμα από το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας:

Τώρα, ανάμεσα σε όλα τα δωμάτια, παίρνοντας τη θέση του καπνού, του αλκοόλ και του ιδρώτα της νύχτας, αναπτύσσεται η εύθραυστη οσμή του Προγεύματος: περίτεχνη, διαπεραστική, εκπληκτική, πιο πολύ κι από το χρώμα του χειμωνιάτικου ηλιόφωτος, καταλαμβάνει τα πάντα, όχι τόσο λόγω κάποιας ωμής οξύτητας ή όγκου όσο λόγω της περίπλοκης δομής των μορίων της, και μοιράζεται το μυστικό του θαυματοποιού, σύμφωνα με το οποίο —αν και δεν συμβαίνει συχνά να λέει κανείς τόσο ξεκάθαρα στο Θάνατο να πάει να γαμηθεί— οι ζωντανές γενετικές αλυσίδες αποδεικνύονται αρκετά δαιδαλώδεις ώστε να διατηρούν ένα ανθρώπινο πρόσωπο για δέκα ή είκοσι γενιές … έτσι η ίδια επιβολή μέσω της δομής επιτρέπει στο άρωμα της μπανάνας αυτό το πρωινό του πολέμου να ελίσσεται, να επανακτεί, να κυριαρχεί. Υπάρχει λόγος να μην ανοίξεις όλα τα παράθυρα και να μην αφήσεις την ευγενική αυτή μυρωδιά να σκεπάσει όλο το Τσέλσι; Έτσι, σαν ξόρκι, ενάντια σε αντικείμενα που πέφτουν….

Αυτό όμως που κάνει τον Πίντσον πραγματικό ποπ ήρωα είναι το γεγονός ότι γράφει για την ανθρώπινη εμπειρία, για τον ανθρώπινο πολιτισμό όπως αυτός εκφράζεται και σε συλλογικό και σε ατομικό επίπεδο· για το ανθρώπινο μεγαλείο, όπως και για την ανθρώπινη ανοησία· για το πεδίο συγκρούσεων που λέγεται κόσμος, ή εαυτός· για το σήμερα όπως αυτό διαγράφεται στο χθες· και όλα αυτά με φανερή ανησυχία για το αύριο, αλλά και αισιοδοξία, γιατί ένα από τα πράγματα που μας μαθαίνει η ιστορία (παρά την αντίληψη ότι η ιστορία δεν μας μαθαίνει στ’ αλήθεια τίποτε) είναι ότι οι άνθρωποι μένουν πάντα άνθρωποι, πράγμα που σημαίνει πως είναι ικανοί για το χειρότερο, αλλά είναι ικανοί και για το καλύτερο.

Και τελικά, αυτό είναι που έχει σημασία.

Γιώργος Κυριαζής


Ο σπόρος της καταστροφής

21/05/2011

Η σημερινή Ελευθεροτυπία περιέχει άρθρο μου (κάτι σαν παρουσίαση) για το Έμφυτο Ελάττωμα, που σύμφωνα με τη σελίδα των εκδόσεων Καστανιώτη προβλέπεται να κυκλοφορήσει στις 30 Μαΐου.


Ενάντια στην εξουσία: η πολιτική ματιά του Τόμας Πίντσον

08/01/2011

[Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο 3ο τεύχος του περιοδικού The Books’ Journal, με τίτλο «Οι σωστές ερωτήσεις – Ο πολιτικός Πίντσον».]

Ο Τόμας Πίντσον είναι ιδιάζουσα περίπτωση στο χώρο της λογοτεχνίας. Από τη μια η εντελώς πρωτότυπη γραφή του, πυκνή και δύσκολη, με προτάσεις που σπάνε κατακερματίζοντας τη σκέψη του αναγνώστη, και με συνεχείς αναφορές σε ένα ευρύτατο σύμπλεγμα γνωστικών πεδίων που μοιάζει να περιλαμβάνει σχεδόν το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας, και από την άλλη η εμμονή του να μην εμφανίζεται (παρά μόνο σε έναν στενό κύκλο ανθρώπων οι οποίοι σέβονται απόλυτα αυτή την απόφασή του και τον προστατεύουν από τη δημοσιότητα), να μη φωτογραφίζεται και να μη δίνει συνεντεύξεις, έχουν δημιουργήσει ένα θρύλο γύρω από το όνομά του. Κατά καιρούς εμφανίζονται μερικές λεπτομέρειες σχετικά με τη ζωή του, αλλά αυτές συνήθως αφορούν στο παρελθόν. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, πως γεννήθηκε το 1937 στο Λονγκ Άιλαντ, φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ, υπηρέτησε στο Αμερικανικό Ναυτικό και εργάστηκε για ένα διάστημα στην Μπόινγκ ως συγγραφέας τεχνικών κειμένων, ενώ πρόσφατα πληροφορηθήκαμε ότι το 1970 έμενε στο Μανχάταν Μπιτς, στην επαρχία του Λος Άντζελες, όπου ζούσε μάλλον φτωχικά, τρεφόταν με κάνναβη, καφέ, τσιγάρα μέντας και χάμπουργκερ με τυρί και τσίλι, και έγραφε μανιωδώς. Οι φωτογραφίες του που κυκλοφορούν είναι από την εποχή των σπουδών του, και από τότε δεν έχει φωτογραφηθεί για κανένα έντυπο. Το 1997 τον έπιασε η κάμερα του CNN στη Νέα Υόρκη, αλλά μετά από αίτημά του το κανάλι απέκρυψε ποιος από τους (πολλούς) ανθρώπους που φαίνονταν στα πλάνα ήταν ο Τόμας Πίντσον.

Η έλλειψη πληροφόρησης σχετικά με τον συγγραφέα, όμως, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση τροχοπέδη στην απόλαυση του κειμένου, με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι ο αναγνώστης θα δείξει αποφασιστικότητα και δεν θα φοβηθεί τους σκοπέλους που θα κληθεί να αντιμετωπίσει. Η ανάγνωση ενός από τα μεγάλα μυθιστορήματα του Τόμας Πίντσον μοιάζει με καβάφειο ταξίδι στην Ιθάκη: ο δρόμος είναι μακρύς, και γεμάτος περιπέτειες, αλλά φτάνεις κάποτε στο τέλος πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο, έχοντας συσσωρεύσει την πολύτιμη εμπειρία από έναν κόσμο που δεν είναι ακριβώς ο πραγματικός, αλλά…

«…ο κόσμος όπως θα μπορούσε να είναι». Έτσι καταλήγει το οπισθόφυλλο του Ενάντια στη Μέρα, και έτσι θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει στο σύνολό του το έργο του Πίντσον. Πρόκειται για ένα ολόκληρο σύμπαν, που πατάει στον πραγματικό κόσμο αλλά ταυτόχρονα τον υπερβαίνει, συμπλέκοντας την πραγματικότητα με τη φαντασία σε βαθμό που να μην μπορεί κανείς να ξεχωρίσει με την πρώτη ματιά πού τελειώνει η μία και πού αρχίζει η άλλη. Επιπλέον, υπάρχει στο κείμενο μια φαινομενική αποστασιοποίηση από τα γεγονότα και τις αιτίες τους, που συχνά υποβαθμίζονται στο ρόλο του φόντου. Αυτή η αποστασιοποίηση όμως οφείλεται απλώς στο ύφος του Πίντσον, ο οποίος συνήθως καταφεύγει στην απλή παράθεση, αντί της ανάλυσης, και μάλιστα πολλές φορές με υπονοούμενα, καλώντας έτσι τον αναγνώστη να συμμετάσχει ενεργά στη διαδικασία της ανάγνωσης και να συμπληρώσει μόνος του τα κενά.

Τα πιντσονικά μυθιστορήματα περιέχουν πάμπολλες και λεπτομερείς πληροφορίες για ιστορικά και φανταστικά πρόσωπα και γεγονότα, και γι’ αυτό έχουν επανειλημμένα χαρακτηριστεί «εγκυκλοπαιδικά», αλλά στη βάση τους υπάρχει πάντοτε η προσπάθεια κάποιων απλών ανθρώπων να χαράξουν την πορεία τους μέσα σε ένα περιβάλλον που ελέγχεται από μηχανισμούς εξουσίας, άλλοτε φανερούς, κι άλλοτε μυστικούς κι απρόσωπους. Και μέσα από την περιγραφή αυτής της προσπάθειας γίνεται φανερό ότι ο Πίντσον συντάσσεται με τους απλούς κι αδύναμους ανθρώπους ενάντια στην εκμετάλλευση και την αδικία.

Αυτή η εικόνα προβάλλει με ιδιαίτερη σαφήνεια στο Μέισον και Ντίξον, όπου η καταδίκη της δουλείας είναι απερίφραστη. Όταν οι δυο πρωταγωνιστές βρίσκονται στη Νότιο Αφρική, ο Ολλανδός που τους φιλοξενεί στέλνει το βράδυ στο κρεβάτι του Μέισον μια μαύρη σκλάβα. Ο σκοπός είναι να μείνει έγκυος μαζί του και να γεννήσει παιδί με πιο ανοιχτόχρωμο δέρμα, έτσι ώστε να πιάσει μεγαλύτερη τιμή στην αγορά, αλλά το σχέδιο αποτυγχάνει χάρη στη σθεναρή αντίσταση του Μέισον (σελ. 78-79). Αργότερα, στην Αμερική, ο Ντίξον θα χτυπήσει ένα δουλέμπορο, θα του πάρει το μαστίγιο και θα απελευθερώσει τους σκλάβους του (σελ. 762-766). Εδώ, όπως και στο Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας και στο V., αποδοκιμάζεται ρητά η αποικιοκρατία, και γενικότερα η υπεροψία του δυτικού ανθρώπου απέναντι στους άλλους πολιτισμούς, οι οποίοι αντιμετωπίζονται πάντοτε με συμπάθεια: Ινδιάνοι, Ασιάτες, Αφρικανοί, Βαλκάνιοι, θύματα της αποικιοκρατίας και της καταπίεσης, κατορθώνουν να διασώσουν έναν τρόπο ζωής που παρουσιάζεται ως πιο ανθρώπινος, έχοντας διατηρήσει το βίωμα, τη μαγεία και τη στενή επαφή με τη φύση που ο δυτικός άνθρωπος έχει πια χάσει.

Η απώλεια αυτής της επαφής φαίνεται και από το γεγονός ότι ο δυτικός άνθρωπος προσπαθεί να επιβληθεί στη φύση, να την τιθασεύσει και να την εκμεταλλευτεί. Η ευθεία γραμμή («το σχήμα της περιφρόνησης», σελ. 672) που χαράζουν ο Μέισον και ο Ντίξον ανάμεσα στην Πενσυλβάνια και το Μέριλαντ χαρακτηρίζεται μεγάλο σφάλμα που διαιρεί αφύσικα τη γη και ανοίγει τη δίοδο για την επέλαση κάποιου μεγάλου κακού. Στο Ενάντια στη Μέρα, ο σιδηρόδρομος, αντί να ενώνει τους τόπους, τους χωρίζει, εξίσου αφύσικα. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το ακόλουθο απόσπασμα από το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας:

Την εποχή των γκάουτσο, η χώρα μου ήταν μια λευκή κόλα χαρτί. Τα πάμπας εκτείνονταν όσο έφτανε ο νους, αστείρευτα, χωρίς φράχτες. Όπου μπορούσε να φτάσει με το άλογο ο γκάουτσο, εκείνο το μέρος του ανήκε. Αλλά το Μπουένος Άιρες ήθελε να έχει την ηγεμονία των επαρχιών. Όλες εκείνες οι νευρώσεις περί ιδιοκτησίας δυνάμωναν, και άρχισαν να μολύνουν την ύπαιθρο. Στήθηκαν φράχτες, και ο γκάουτσο έγινε λιγότερο ελεύθερος. Αυτή είναι η εθνική μας τραγωδία. Έχουμε τη μανία να φτιάχνουμε λαβυρίνθους εκεί που πριν υπήρχαν μόνο ανοιχτή πεδιάδα και ουρανός. Για να χαράξουμε ακόμα πιο περίπλοκα σχέδια πάνω στο λευκό χαρτί. Δεν μπορούμε να αντέξουμε αυτόν τον τόσο ανοιχτό χώρο: μας γεμίζει με τρόμο. (Σελ. 353-354)

Το οποίο συνδέεται στενά με το ακόλουθο απόσπασμα από το Ενάντια στη Μέρα:

[Ο σιδηρόδρομος] εισέβαλλε παντού, διέλυε πόλεις και άγρια κοπάδια και υδροκρίτες, δημιουργούσε οικονομικό πανικό και στρατιές ανέργων ανδρών και γυναικών, και γενιές σκληρών και ψυχρών ανθρώπων χωρίς αρχές, που κατοικούσαν στις πόλεις και κυβερνούσαν έχοντας στα χέρια τους ανεξέλεγκτη εξουσία, έπαιρνε τα πάντα αδιακρίτως και τα πουλούσε, τα έσφαζε, ή τα οδηγούσε πολύ πέρα από εκεί που θα μπορούσε να φτάσει η αγάπη. (Σελ. 1058)

Για τον Πίντσον, τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα διαδραματίζουν πάντοτε σκοτεινό ρόλο, κινούμενα στα σκοτεινά σοκάκια της ιστορίας. Όπως κι αν λέγονται — Εταιρία Ανατολικών Ινδιών, IG Farben, General Motors, Ένωση Ιδιοκτητών Ορυχείων — έχουν κοινό στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους και την άσκηση πραγματικού ελέγχου πέρα και πάνω από την πολιτική εξουσία, αδιαφορώντας για τις ευρύτερες συνέπειες. Αυτά τα συμφέροντα, όμως, δεν κατονομάζονται πάντοτε, κι αυτό διότι δεν είναι πάντοτε φανερά. Στο Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, πέρα από συγκεκριμένες επώνυμες εταιρίες, υπάρχει συνεχής αναφορά σε κάποιο συλλογικό «Εκείνοι», το οποίο αντιδιαστέλλεται προς ένα εξίσου συλλογικό «Εμείς», καθώς η Δύναμη της εξουσίας δίνει την αφορμή να δημιουργηθεί μια Αντιδύναμη, μια δύναμη αντίστασης, που όμως αποτυγχάνει οικτρά, καθώς γρήγορα αποκτά κι εκείνη τα χαρακτηριστικά της εξουσίας την οποία υποτίθεται πως αντιμάχεται.

Αυτή την απογοήτευση απέναντι στην οργανωμένη αντίσταση κατά της εξουσίας, καθώς και την απέχθεια προς κάθε είδους ολοκληρωτισμό, ο Πίντσον ίσως την κληρονόμησε από τον Όργουελ, όπως φαίνεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την εισαγωγή που έγραψε το 2003 για την επανέκδοση του 1984:

Ο Όργουελ θεωρούσε τον εαυτό του μέλος της «αντιφρονούσας αριστεράς», που ήταν κάτι διαφορετικό από την «επίσημη αριστερά», δηλαδή το βρετανικό Εργατικό Κόμμα, το οποίο, πριν ακόμη τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, είχε αρχίσει να του φαίνεται δυνητικά, αν όχι ήδη, φασιστικό. Λίγο-πολύ συνειδητά, έβρισκε αναλογίες ανάμεσα στους Εργατικούς και στο Κομμουνιστικό Κόμμα υπό τον Στάλιν ― και τα δυο, κατά τη γνώμη του, ήταν κινήματα που ισχυρίζονταν ότι πολεμούσαν στο πλευρό των εργατικών τάξεων ενάντια στον καπιταλισμό, αλλά στην πραγματικότητα ενδιαφέρονταν αποκλειστικά να εγκαθιδρύσουν και να διατηρήσουν τη δική τους εξουσία. Οι μάζες υπήρχαν μόνο και μόνο για να χρησιμοποιούνται, για τον ιδεαλισμό τους, για το ταξικό τους μίσος, για την προθυμία τους να δουλεύουν φτηνά και να ξεπουλιούνται, ξανά και ξανά.
[…]
Ο Όργουελ το 1948 καταλάβαινε ότι, παρά την ήττα του Άξονα, η ροπή προς το φασισμό δεν είχε εξαφανιστεί, ότι όχι μόνο δεν είχαν περάσει πια οι μέρες της δόξας του, αλλά δεν είχαν έρθει καν ― η διαφθορά του πνεύματος, ο ακαταμάχητος εθισμός των ανθρώπων στην εξουσία, ήταν ήδη σε ισχύ από καιρό […] σαν προσχέδια ενός φριχτού μέλλοντος.

Μπορεί ο Πίντσον σε αυτό το σημείο να αφήνει να φανεί πως συμμερίζεται τη σοσιαλδημοκρατική στάση του Όργουελ, αλλά στο Ενάντια στη Μέρα δείχνει ιδιαίτερη συμπάθεια προς τους αναρχικούς βομβιστές των τελών του 19ου αιώνα. Εδώ η βία είναι σοβαρή, όχι κωμική όπως στο Βάινλαντ. Οποιοσδήποτε δεν είναι πλούσιος γίνεται αναγκαστικά σοσιαλιστής από την κοινωνική αδικία που επικρατεί, και ο καπιταλισμός καταστρέφει τη μαγεία και παράγει πλούτο χωρίς συνείδηση, πλούτο που χτίζεται με απληστία πάνω στην εκμετάλλευση και το θάνατο των άλλων. Και, βέβαια, δεν υπάρχουν αθώοι αστοί:

Αν δεν αφιερώνεις κάθε ανάσα σου κάθε μέρα και κάθε νύχτα στην προσπάθεια να καταστρέψεις εκείνους που σφαγιάζουν τους αθώους με την ίδια ευκολία που υπογράφουν μια επιταγή, τότε πόσο αθώος νομίζεις πως είσαι; (Σελ. 103)

Η μη καταδίκη της βίας μπορεί να προσβάλλει τις σημερινές δημοκρατικές μας ευαισθησίες, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι το Ενάντια στη Μέρα εκτυλίσσεται σε μια εποχή που η βία ήταν κοινός τόπος, και το αναρχικό κίνημα αποτελούσε τη μόνη δυναμική απάντηση στην απάνθρωπη μεταχείριση των εργατών, πολλοί από τους οποίους, βέβαια, ήταν μετανάστες:

Παντού υπήρχαν άντρες της πολιτοφυλακής, σκυθρωποί νεαροί με κηλιδωμένες και κουρελιασμένες στολές, αξύριστοι, άυπνοι, ψάχνοντας αφορμή για να συλλάβουν τους απεργούς, οι οποίοι ήταν Έλληνες και Βούλγαροι, Σέρβοι και Κροάτες, Μαυροβούνιοι και Ιταλοί. «Εκεί πέρα στην Ευρώπη», εξήγησε ο Γιούμπολ, «όλοι αυτοί σκοτώνονται μεταξύ τους για κάτι μπερδεμένες πολιτικές θέσεις που κανείς τους δεν τις καταλαβαίνει. Αλλά μόλις έρχονται εδώ, μέχρι να πεις “κύμινο”, αφήνουν στην άκρη όλα εκείνα τα αρχαία μίση και γίνονται αδέρφια στον αγώνα, γιατί καταλαβαίνουν πολύ καλά ποια ακριβώς είναι η κατάσταση εδώ». (Σελ. 1141)

Το «εδώ» είναι η Αμερική, και πιθανώς ολόκληρο το έργο του Πίντσον μπορεί να ιδωθεί ως μια κριτική στην κατεύθυνση που έχει πάρει η Αμερική, και μαζί της όλος ο δυτικός κόσμος. Στην ιστορική της διαδρομή υπήρξαν πολλές ευκαιρίες να μεταλλαχθεί σε κάτι διαφορετικό, κάτι πιο ανθρώπινο, δίκαιο κι ελεύθερο, αλλά οι ευκαιρίες αυτές πέρασαν ανεκμετάλλευτες. Το σημερινό αποτέλεσμα είναι ένας νέου τύπου συντηρητισμός, που γεννήθηκε στην οκταετία Μπους· αυτόν το συντηρητισμό ο Πίντσον τον κατακεραυνώνει εμμέσως πλην σαφώς. Στην εισαγωγή στο 1984, η οποία γράφτηκε ενάμιση χρόνο μετά το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους, αποδοκιμάζει τη νοοτροπία που λέει ότι, εφόσον μια χώρα βρίσκεται ουσιαστικά σε εμπόλεμη κατάσταση, οι πολίτες δεν πρέπει να αμφισβητούν την ηγεσία τους, ακόμη κι αν αυτή παίρνει μέτρα που μπορούν να χαρακτηριστούν φασιστικά, όπως ο διαβόητος Πατριωτικός Νόμος. Στο Ενάντια στη Μέρα, αφού μιλήσει για μια φανταστική (στο πλαίσιο του μυθιστορήματος) Αμερικανική Δημοκρατία «αμετάκλητα υπό τον έλεγχο των δυνάμεων του κακού και της ηλιθιότητας» (σελ. 1163), βάζει έναν χαρακτήρα να αναπολεί «την εποχή που η χώρα ήταν ελεύθερη, πριν την κλέψουν οι καπιταλιστές ευαγγελικοί Ρεπουμπλικάνοι για τις μακροπρόθεσμες μοχθηρές τους επιδιώξεις» (σελ. 1206). Και προς το τέλος του βιβλίου, παρουσιάζει ξανά την ωμή πραγματικότητα, όπως αυτή εκφράζεται από την πένα ενός μικρού μαθητή ο οποίος γράφει μια έκθεση απαντώντας στην ερώτηση «Τι σημαίνει να είσαι Αμερικανός»:

Σημαίνει να κάνεις ό,τι σου λένε και να παίρνεις ό,τι σου δίνουν και να μην κατεβαίνεις σε απεργία, αλλιώς οι στρατιώτες θα σε πυροβολήσουν και θα σε σκοτώσουν. (Σελ. 1224)

Σε ό,τι αφορά το μέλλον, τουλάχιστον ως προς τη σχέση μας με την εξουσία, ο Πίντσον μόνο απαισιόδοξες προβλέψεις έχει να κάνει, καθώς στην εισαγωγή στο 1984 αναφέρεται στο διαδίκτυο ως «μια ανακάλυψη που προδιαγράφει κοινωνικό έλεγχο σε κλίμακα που εκείνοι οι γραφικοί τύραννοι του 20ού αιώνα με τα κωμικά μουστάκια μόνο να ονειρευτούν μπορούσαν». Αλλά βέβαια, ήταν αναμενόμενο πως ο Πίντσον θα παρέμενε πιστός στην παράνοιά του (δηλαδή στην πεποίθηση πως όλα συνδέονται), την οποία άλλωστε είχε τελειοποιήσει ήδη από την εποχή του Ουράνιου Τόξου της Βαρύτητας (το πρωτότυπο εκδόθηκε το 1973) με μια φράση που περιέχει πολύ περισσότερα και πολύ βαθύτερα νοήματα απ’ ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά:

Παροιμίες για Παρανοϊκούς, 4: αν σε καταφέρουν να κάνεις λάθος ερωτήσεις, δε χρειάζεται να ανησυχούν για τις απαντήσεις.