Πιντσονικά Χριστούγεννα, Μέρος Ε’: Απογείωση

Κοντά στην πυροβολαρχία της κάποιο βράδυ, οδηγώντας κάπου στο Κεντ, ο Ρότζερ και η Τζέσικα έφτασαν σε μια εκκλησία πάνω σ’ ένα λοφίσκο ανάμεσα στις σκοτεινές πλαγιές, ολόφωτη, σαν να είχε φυτρώσει μέσα από τη γη. Ήταν Κυριακή απόγευμα, λίγο πριν τον εσπερινό. Άντρες με πανωφόρια, με μουσαμάδες, με σκούρους μπερέδες που έβγαζαν καθώς έμπαιναν, αμερικάνοι αεροπόροι με δερμάτινα επενδυμένα με πρόβειο μαλλί, μερικές γυναίκες με θορυβώδεις μπότες και μαντώ με φαρδιούς ώμους, αλλά χωρίς παιδιά, κανένα παιδί πουθενά, μόνο μεγάλοι, έρχονται πεζή από αεροδρόμια βομβαρδιστικών, καταυλισμούς αεράμυνας, πυροβολεία της παραλίας, μπαίνουν στη νορμανδική πόρτα που είναι καλυμμένη από αμπέλια που ξεχειμωνιάζουν εκεί. Η Τζέσικα είπε: «Α, θυμάμαι…» αλλά δεν συνέχισε. Θυμόταν άλλες εποχές πριν τα Χριστούγεννα, και θαμνοφράχτες χιονισμένους σαν πρόβατα από το παράθυρό της, και το Άστρο έτοιμο να υψωθεί ξανά στον ουρανό.

Ο Ρότζερ σταμάτησε το αυτοκίνητο, και παρακολούθησαν τους μουντούς και ταλαιπωρημένους στρατιωτικούς να μπαίνουν για τον εσπερινό. Ο άνεμος μύριζε φρέσκο χιόνι.

«Πρέπει να γυρίσουμε σπίτι», είπε μετά από λίγο η Τζέσικα, «είναι αργά».

«Θα μπορούσαμε να πάμε μέσα για λίγο».

Ε λοιπόν, αυτό την ξένισε, διάολε, μετά από τόσες εβδομάδες χλευασμού; Ο δύσπιστος εκνευρισμός του με τους άλλους στο Τμήμα Ψ που νόμιζε ότι το ‘χαν βάλει σκοπό να τον κάνουν τρελάρα σαν τους ίδιους, και η τσιγκουνιά που τον είχε πιάσει καθώς λιγόστευαν οι μέρες για τα ψώνια των Χριστουγέννων ― «Δε σε είχα για τέτοιον τύπο», του είπε. Ήθελε όμως κι εκείνη να πάνε μέσα, η νοσταλγία ήταν βαριά στον αποψινό χιονισμένο ουρανό, η φωνή της ήταν έτοιμη να την προδώσει και να τρέξει να ενωθεί με τους καλαντάρηδες, που τα τραγούδια τους ακούγονται τώρα τόσο ταιριαστά από μακριά αυτές τις μέρες της σαρακοστής των Χριστουγέννων που φεύγουν μία-μία, φωνές ηχούν στους παγωμένους λόφους όπου τα διάσπαρτα ορυχεία συνωστίζονται πυκνά σαν σταφίδες σε πουτίγκα … συχνά πάνω από τους ήχους του χιονιού που λιώνει, οι άνεμοι που φυσάνε, όχι μέσα στο χριστουγεννιάτικο αέρα αλλά μέσα στην ουσία του χρόνου, τής φέρνουν αυτές τις παιδικές φωνές που τραγουδάνε για μια δεκάρα, και μπορεί η καρδιά της να μην ήταν έτοιμη να πάρει πάνω της το βάρος και της δικής της και της δικής τους θνητότητας, υπήρχε όμως ο φόβος ότι άρχιζε να τα χάνει αυτά τα παιδιά ― ότι κάποιο χειμώνα θα πήγαινε τρέχοντας να τα δει, να τα βρει έξω από την αυλόπορτα, θα έτρεχε ως τα δέντρα, αλλά μάταια, οι φωνές τους θα έσβηναν μακριά….

Περπάτησαν πάνω στα ίχνη των υπόλοιπων στο χιόνι, εκείνη σοβαρή στο μπράτσο του, ο άνεμος έμπλεκε τα μαλλιά της, τα τακούνια γλίστρησαν μια φορά στον πάγο. «Για ν’ ακούσουμε τη μουσική», τής εξήγησε.

Η αποψινή αυτοσχέδια χορωδία ήταν όλη αντρική, οι επωμίδες φαίνονταν κάτω από τους μεγάλους λαιμούς των λευκών ράσων, και τα πρόσωπα ήταν σχεδόν το ίδιο λευκά από την εξάντληση σε βρεγμένα και λασπωμένα αεροδρόμια, τις νυχτερινές βάρδιες, τα σχοινιά που τεντώνονται από τα νευρικά μπαλόνια που μαζεύουν ήλιο ανάμεσα στα σύννεφα, τις τέντες που τα φώτα τους μέσα έλαμπαν μοναχικά στο λυκόφως, σαν ψυχές, μέσα από τους χαραγμένους με διασταυρούμενες γραμμές τοίχους, κάνοντας το καναβάτσο να μοιάζει με λεπτή γάζα, ενώ ο άνεμος το χτυπούσε σαν ταμπούρλο. Υπήρχε όμως κι ένα μαύρο πρόσωπο, ο κόντρα τενόρος, ένας τζαμαϊκανός δεκανέας, που τον είχαν φέρει εδώ από το ζεστό νησί του ― από τα τραγούδια της νιότης του μέσα στα γιομάτα καπνό και ρούμι σαλόνια της Χάι Χόλμπορν Στρητ όπου οι ναύτες πετάνε τεράστια κόκκινα πυροτεχνήματα, μιλάμε για ένα τέταρτο μιας ράβδου δυναμίτη, πάνω από τις παλινδρομικές πόρτες και τρέχουν απέναντι χασκογελώντας, ή βγαίνουν έξω με κορίτσια με ψηλές φούστες, κορίτσια του νησιού, κινεζούλες και γαλλιδούλες … λιωμένες λεμονόφλουδες στα αυλάκια του δρόμου αρωμάτιζαν τα πρωινά που τραγουδούσε «μήπως είδατε την καλή μου Λόλα, με κορμί σαν μπουκάλι Κόκα-Κόλα», ναύτες έτρεχαν πάνω κάτω στις καφετιές σκιές των στενών, με μαντήλια και παντελόνια ν’ ανεμίζουν, και τα κορίτσια μαζεμένα να σιγοψιθυρίζουν και να γελούν … κάθε πρωί άδειαζε από την τσέπη του κέρματα όλων των εθνών. Από το γεμάτο φοινικιές Κίνγκστον, οι περίπλοκες ανάγκες της Αγγλοαμερικανικής Αυτοκρατορίας (1939-1945) τον είχαν φέρει σ’ αυτήν την κρύα και γεμάτη αρουραίους εκκλησία, σχεδόν σε απόσταση ακοής από μια βόρεια θάλασσα που μόλις είχε δει μια φορά καθώς τη διέσχιζε, στην ακολουθία του απόδειπνου, όπου το πρόγραμμα σήμερα έχει γρηγοριανά μέλη στα Αγγλικά, και πετάγεται που και που στην πολυφωνία: Τόμας Τάλις, Χένρι Πέρσελ, ακόμη κι ένα μακαρονικό του δέκατου πέμπτου αιώνα, που αποδίδεται στον Χάινριχ Ζούζο:

In dulci jubilo
Nun singet und seid froh!
Unsers Herzens Wonne
Leit in praesipio,
Leuchtet vor die Sonne
Matris in gremio.
Alpha es et O.

Με την ψηλή φωνή του μαύρου να υψώνεται πάνω από τις άλλες, όχι με κεφαλικό φαλσέτο αλλά κανονική, από το ειλικρινές του στήθος, μια φωνή βαρύτονου που έφτασε σ’ αυτήν την έκταση μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς σαν ξυλοκόπος … έφερνε καφετιά κορίτσια ανάμεσα σ’ αυτούς τους αμήχανους Προτεστάντες, στα αρχαία μονοπάτια που είχε ανοίξει η μουσική, τη Μεγάλη και τη Μικρή Ανίτα, τη Στιλέτο Μέι, την Πλονζέτ που το θέλει ανάμεσα στα βυζιά της και το κάνει έτσι τζάμπα ― και καλά τα Λατινικά, αλλά Γερμανικά; σε αγγλική εκκλησία; Αυτά δεν είναι τόσο αιρέσεις όσο συνέπειες της αυτοκρατορίας, αναγκαίες όπως και η παρουσία του μαύρου, πράξεις ελάσσονος σουρεαλισμού ― που βαλμένες μέσα στην ακολουθία είναι πράξεις αυτοκτονίας, αλλά μέσα στην παθολογία της, μέσα στη χωρίς όνειρα ερμηνεία της για το πραγματικό, η Αυτοκρατορία τις διαπράττει κατά χιλιάδες κάθε μέρα, σε παντελή άγνοια του τι κάνει…. Έτσι η καθάρια φωνή του κόντρα τενόρου ανέβαινε στα ύψη, έβρισκε το δρόμο για να ανυψώσει την καρδιά της Τζέσικα και ακόμα και του Ρότζερ, όπως φανταζόταν εκείνη διακινδυνεύοντας κάποιες πλάγιες ματιές στο πρόσωπό του μέσα από τα καστανά φαντάσματα των μαλλιών της, στη διάρκεια ρετσιτατίβων ή στο τέλος των κομματιών. Δεν ήταν μηδενιστικός, ούτε καν στα ψέματα. ‘Ηταν…

Όχι, η Τζέσικα ποτέ δεν έχει δει το πρόσωπό του ακριβώς έτσι, στο φως που έριχναν μερικές κρεμασμένες λάμπες πετρελαίου, με φλόγες σταθερές και πολύ κίτρινες, στην πιο κοντινή τα δυο αποτυπώματα από τα δάχτυλα του νεωκόρου, λεπτεπίλεπτα σαν από γύρη, να σχηματίζουν το V της νίκης γύρω στην κοιλιά του γυαλιού, το δέρμα του Ρότζερ περισσότερο παιδικό ροζ, τα μάτια του να λάμπουν πιο πολύ απ’ ό,τι θα δικαιολογούσε το φως από τις λάμπες ― έτσι δεν είναι; ή μήπως έτσι θέλει εκείνη να είναι; Η εκκλησία είναι τόσο κρύα όσο κι η νύχτα απέξω. Μυρίζει υγρό μαλλί, πίκρα στις ανάσες αυτών των επαγγελματιών, καπνός από κεριά και κερί που λιώνει, πνιγμένες κλανιές, δυναμωτικό μαλλιών, το ίδιο το πετρέλαιο που καίγεται, που περικλείνει τις άλλες οσμές μ’ έναν τρόπο μητρικό, που ανήκει περισσότερο στη Γη, σε βαθιά στρώματα, σε άλλες εποχές, και άκου … άκου: αυτός είναι ο εσπερινός του Πολέμου, η ακολουθία των ωρών του Πολέμου, και η νύχτα είναι πραγματική. Μαύρα πανωφόρια συνωστίζονται, άδειες κουκούλες γεμάτες πυκνές εκκλησιαστικές σκιές. Πέρα στην ακτή οι γυναίκες της βοηθητικής υπηρεσίας του ναυτικού δουλεύουν ακόμα μέσα στα κρύα, άδεια, ερειπωμένα κτίρια, οι γαλάζιοι πυρσοί τους είναι σαν νεογέννητα αστέρια στο παλιρροϊκό βράδυ. Σιδερένιες πλάκες ταλαντεύονται στον ουρανό, σαν μεγάλα μεταλλικά φύλλα, κρεμασμένες από σχοινιά που τρίζουν αναδίνοντας θραύσματα ήχου. Σε ανάπαυση, ή σε ετοιμότητα, οι φλόγες των πυρσών, απαλές, γεμίζουν τα στρογγυλά γυάλινα καντράν των μετρητών με βερικοκί φως. Στις αποθήκες των υδραυλικών, που είναι παγωμένες και κροταλίζουν όταν πνέουν θύελλες στα στενά, υπάρχουν χιλιάδες παλιά μεταχειρισμένα σωληνάρια οδοντόπαστας, σε σωρούς που συχνά φτάνουν ως το ταβάνι, χιλιάδες καταθλιπτικές πρωινές ανθρωποώρες που έγιναν ανεκτές, που μετατράπηκαν σε αναθυμιάσεις μέντας και άχαρο τραγούδι που άφησε άσπρα στίγματα στους καθρέφτες από υδράργυρο από το Χάροου ως το Γκρέιβσεντ, χιλιάδες παιδιά που έφτυναν αφρό από στόματα με μαλακή οδοντική πλάκα, που έχαναν εύκολα χίλιες φορές περισσότερες λέξεις ανάμεσα στις ασβεστώδεις φουσκάλες ― γκρίνιες για τον ύπνο, συνεσταλμένες δηλώσεις αγάπης, ειδήσεις για χοντρά ή ημιδιαφανή, χνουδωτά ή απαλά όντα από τη χώρα κάτω από το πάπλωμα ― αμέτρητες γλυκοριζο-σαπουνιστές στιγμές που φτύστηκαν κι έπεσαν μέσα στους υπονόμους και στο γκρίζο στόμιο εκβολής που σιγά σιγά σάπιζε, τα πρωινά στόματα μεγάλωναν με τη μέρα, γεμάτα πουρί από καπνό και ψάρι, ξεραμένα από το φόβο, βρόμικα από την απραξία, πλημμύριζαν με τη σκέψη γευμάτων που δεν μπορούσαν να έχουν, αλλά συμβιβάζονταν με τα σκουπίδια της εβδομάδας σε αδενόπιτες, γάλα σε σκόνη, σπασμένα μπισκότα στα μισά σημεία απ’ ό,τι συνήθως, και η μινθόλη είναι μια θαυμάσια εφεύρεση, έτσι δεν είναι, παίρνεις ακριβώς όση χρειάζεσαι κάθε πρωί, και μετά μετατρέπεται σε σκονισμένες μεγάλες φουσκάλες που ψηφοθετούνται σκληρές και στάσιμες ανάμεσα στις γεμάτες πίσσα ακτές, στην περίπλοκη και δεξιοτεχνική σχεδιαστικά τροφοδοσία των σωλήνων, πολλαπλασιάζεται μέσα στη θάλασσα, καθώς ένα-ένα αυτά τα παλιά σωληνάρια οδοντόπαστας αδειάζουν κι επιστρέφουν στον Πόλεμο, σωροί από ελαφρά αρωματικό μέταλλο, φαντάσματα μέντας στις χειμωνιάτικες καλύβες, κάθε σωληνάριο τσαλακωμένο ή ζουληγμένο ανάμεσα σε ασυναίσθητα λονδρέζικα χέρια σε σχήματα παρεμβολών, τώρα περιμένουν ― είναι πραγματική επιστροφή ― να λιώσουν και να γίνουν κόλληση, λαμαρίνα, κράμα για καλούπια, ρουλεμάν, φλάντζες, μεταλλικές επενδύσεις που τα παιδιά εκείνης της άλλης εγχώριας ενσάρκωσης δεν θα δουν ποτέ. Όμως η συνέχεια, από σάρκα σε συγγενικά μέταλλα και πίσω στην απέραντη θάλασσα, έχει διατηρηθεί. Δεν είναι ο θάνατος που χωρίζει αυτές τις ενσαρκώσεις, αλλά το χαρτί: χάρτινα συμβόλαια, χάρτινες διαδικασίες. Ο Πόλεμος, η Αυτοκρατορία, θα διευκολύνουν την ύπαρξη τέτοιων εμποδίων ανάμεσα στις ζωές μας. Ο Πόλεμος έχει ανάγκη να διαιρεί μ’ αυτό τον τρόπο, και να υποδιαιρεί, παρόλο που η προπαγάνδα του πάντα υπογραμμίζει την ενότητα, τη συμμαχία, τη συνεργασία. Ο Πόλεμος δε φαίνεται να θέλει μια λαϊκή συνείδηση, ούτε καν του είδους που έχουν μηχανευτεί οι Γερμανοί, ein Volk ein Führer ― θέλει μια μηχανή με πολλά χωριστά μέρη, όχι ενότητα αλλά πολυπλοκότητα…. Κανείς όμως δεν μπορεί να αποτολμήσει να πει τι θέλει ο Πόλεμος, τόσο πελώριος και ακατάδεχτος που είναι … τόσο συστηματικά απών. Ίσως μάλιστα ο Πόλεμος να μην είναι καν επίγνωση ― ούτε καν ζωή, εδώ που τα λέμε. Ίσως να υπάρχει μόνο κάποια ωμή, τυχαία ομοιότητα με τη ζωή. Στη «Λευκή Οπτασία» υπάρχει κάποιος σχιζοφρενής από παλιά, ξέρετε, που πιστεύει ότι αυτός ο ίδιος είναι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Δεν παίρνει εφημερίδες, αρνείται να ακούσει ραδιόφωνο, παρόλα αυτά όμως, την ημέρα της απόβασης στη Νορμανδία, παραδόξως η θερμοκρασία του ανέβηκε στους 40°. Τώρα, καθώς ο κλοιός από ανατολή και δύση συνεχίζει το αργό ανακλαστικό του σφίξιμο, μιλάει για σκοτάδι που εισβάλλει στο μυαλό του, για συντριβή του εαυτού…. Η αντεπίθεση του Ρούντστετ όμως του έδωσε νέα πνοή, τον ξαναζωντάνεψε ― «Είναι ένα όμορφο χριστουγεννιάτικο δώρο», εξομολογήθηκε στον διοικητή της πτέρυγάς του, «είναι η εποχή της γέννησης, των νέων αφετηριών». Όποτε πέφτουν οι ρουκέτες ― αυτές που μπορούν να ακουστούν ― χαμογελάει, σηκώνεται και περιδιαβαίνει την πτέρυγα, με δάκρυα έτοιμα να ξεχυθούν από τις άκρες των χαρούμενων ματιών του, με μια τέτοια ροδαλή ευεξία που τελικά μεταδίδει χαρά και στους άλλους ασθενείς. Οι μέρες του είναι μετρημένες. Θα πεθάνει τη Μέρα της Νίκης στην Ευρώπη. Αν δεν είναι όντως ο Πόλεμος, τότε είναι ο νεαρός αναπληρωτής του, που ζει σε έκσταση για κάποια περίοδο αλλά, όταν έρθει η μέρα της τελετής, πρόσεχε. Ο πραγματικός βασιλιάς έχει μόνο έναν πλαστό θάνατο. Θυμήσου. Οποιοσδήποτε αριθμός νεαρών αντρών μπορεί να επιλεγεί να πεθάνει στη θέση του, ενώ ο πραγματικός βασιλιάς, ο κατεργάρης γερομπάσταρδος, συνεχίζει να ζει. Θα κάνει άραγε την εμφάνισή του κάτω από το Άστρο, γονατίζοντας με πανουργία μαζί με τους άλλους βασιλιάδες καθώς πλησιάζουμε στο χειμερινό ηλιοστάσιο; Θα φέρει στο σαράι δώρα, βολφράμιο, κορδίτιδα, καύσιμα υψηλού βαθμού οκτανίων; Το παιδί άραγε θα υψώσει τότε το βλέμμα του από τα χρυσά του άχυρα, θα κοιτάξει μέσα στα μάτια τον γέρο βασιλιά που ξεδιπλώνεται και λυγίζει, ψηλός, από πάνω, σκύβει για να προσφέρει το δώρο του, θα συναντηθούν άραγε τα μάτια, και ποιο μήνυμα, ποιος πιθανός χαιρετισμός ή συνεννόηση θα ρεύσει ανάμεσα στον βασιλιά και στο βρέφος-πρίγκηπα; Το μωρό χαμογελάει, ή είναι απλώς στομαχικά αέρια; Τι απ’ τα δυο θέλετε να είναι;

Η σαρακοστή των Χριστουγέννων έρχεται με το φύσημα της αύρας από τη θάλασσα, που απόψε στο ηλιοβασίλεμα έλαμπε πράσινη και απαλή σαν γυαλί πλούσιο σε σίδηρο: μας φυσάει καθημερινά, και όλος ο ουρανός ψηλά είναι γεμάτος αγίους και λεπτές τρομπέτες αγγέλων. Άλλος ένας χρόνος γεμάτος νυφικά εγκαταλειμμένα στην καρδιά του χειμώνα, που δεν χρειάστηκαν ποτέ, κρεμασμένα πια σε ήρεμες σειρές από σατέν, τα λευκά σουφρωμένα βέλα έχουν αρχίσει να κιτρινίζουν, κυματίζοντας ελαφρά με το πέρασμά σου μόνο, θεατή … επισκέπτη στην πόλη σε όλα τα αδιέξοδα…. Που βλέπεις φευγαλέα στα φορέματα την αντανάκλασή σου μια ή δυο φορές, σχεδόν σαν σκιά, μόνο ασαφή χρώματα της σάρκας πάνω στο peau de soie, που σε παροτρύνει να μπεις μέσα, όπου μυρίζεις το πρώτο φρικτό άγγιγμα από τους μύκητες, γιατί περί αυτού πρόκειται ― σκεπάζοντας κάθε ίχνος της δικής της οσμής, η μεσοαστική μέλλουσα νύφη ιδρώνει ψευτοαριστοκρατικό σαπούνι και πούδρα. Παρθένα όμως στην καρδιά της, στις ελπίδες της. Καμιά σχέση με τη λαμπρή ελβετική ή κρυστάλλινη εποχή που ξέρετε, εδώ έχει σκοτεινά κύματα τη μέρα με σύννεφα και χιόνι να πέφτουν σαν φορέματα στην εξοχή, φορέματα του χειμώνα, απαλά τη νύχτα, μια σχεδόν χωρίς πνοή ανάσα γύρω σου. Στους σταθμούς της πόλης οι φυλακισμένοι επιστρέφουν από την Ινδοκίνα, περιφέροντας τα αποστεωμένα τους κορμιά, αδύνατοι σαν τους ονειροπαρμένους ή τα αερικά, ανάμεσα σε παιδικά καροτσάκια με χρωμιωμένα ελατήρια και μαύρο δέρμα που αντηχούν σαν δέρμα τυμπάνου, μωρουδίστικα καρεκλάκια από ανοιχτόχρωμο ξύλο, ροζ και γαλάζια, με γδαρμένα και λεκιασμένα από χυλό λουλουδάκια, σπαστά παιδικά κρεβάτια και αρκουδάκια με κόκκινες τσόχινες γλώσσες, μωρουδίστικες κουβέρτες με φωτεινά παστέλ συννεφάκια μέσα σε μυρωδιές από κάρβουνο και ατμό, τα μεταλλικά διαστήματα, ανάμεσα σ’ αυτούς που στέκονται στις ουρές, αυτούς που πηγαινοέρχονται στο πλήθος, αυτούς που λαγοκοιμούνται, που έχουν έρθει κατά εκατοντάδες για τις διακοπές, παρά τις προειδοποιήσεις, τη σοβαρότητα του κ. Μόρισον του Υπουργού, τον υπόγειο κάτω από το ποτάμι που τώρα μπορεί να τρυπήσει από μια γερμανική ρουκέτα, ακόμη και τώρα που γράφονται αυτές οι λέξεις, τις απουσίες που μπορεί να τους περιμένουν, τις διευθύνσεις που σίγουρα δεν μπορεί να υπάρχουν πια. Τα μάτια από την Μπούρμα, από το Τόνκιν, δες αυτές τις γυναίκες στις εκατοντάδες καρτερίες τους ― κοιτάζουν μέσα από μπλε κόγχες, μέσα από πονοκεφάλους που κανένα Αλασίλ δεν μπορεί να μετριάσει. Ιταλοί αιχμάλωτοι πολέμου βρίζουν κάτω από ταχυδρομικούς σάκους που ξεφυσάνε, και η κλαγγή τους αντηχεί τώρα κάθε ώρα, σε εποχιακή αύξηση, γεμίζοντας τα χιονισμένα φορτία των τραίνων σαν μανιτάρια, λες και τα τρένα ήταν υπόγεια όλη τη νύχτα, περνώντας μέσα από τη χώρα των νεκρών. Αν αυτοί οι μακαρονάδες τραγουδούν πότε-πότε, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι δεν θα είναι η «Giovinezza» αλλά μάλλον κάτι από Ριγολέτο ή Λα Μποέμ ― όντως το Ταχυδρομείο σκέφτεται να εκδώσει μια λίστα με Μη Αποδεκτά Τραγούδια, με ακόρντα για γιουκαλίλι σαν βοήθημα για την άμεση αναγνώρισή τους. Το κέφι τους και η διάθεση που έχουν αυτοί οι τύποι για τραγούδι είναι αυθεντικά ως κάποιο σημείο ― καθώς όμως μαζεύονται οι μέρες, καθώς αυτό το όργιο χριστουγεννιάτικων ευχών καθημερινά παίρνει διαστάσεις κι αρχίζει να γίνεται αρρωστημένο, χωρίς να φαίνεται στον ορίζοντα καμιά ανάσχεση, τουλάχιστον μέχρι τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, αποφασίζουν να είναι πιο επαγγελματικά Ιταλοί, ρίχνουν πονηρές ματιές στις διακομιζόμενες γυναίκες, βρίσκουν τεχνικές ισορρόπησης των σάκων με το ένα χέρι ενώ το άλλο το παίζει νεκρό ― cioé, ζωντανό υπό όρους ― εκεί που τα πλήθη γίνονται πιο θηλυκά, πιο ακανόνιστα … τέλος πάντων, πιο υποσχόμενα. Η ζωή πρέπει να συνεχιστεί. Και οι δυο τύποι αιχμαλώτων το αναγνωρίζουν, αλλά δεν υπάρχει mano morto για τους Εγγλέζους που επιστρέφουν από την Ινδοκίνα, δεν υπάρχει κανένα άλμα από το νεκρό στο ζωντανό με τη συναίνεση κάποιου πιθανού γοφού ή μηρού ― κανένα παιχνίδι, για όνομα του Θεού, για τη ζωή και το θάνατο! Δεν θέλουν άλλες περιπέτειες: μόνο την γυναικούλα τους να ασχολείται με την κουζινούλα τους ή να ζεσταίνει το κρεβατάκι τους, να παίζουν κρίκετ το χειμώνα, θέλουν το ημιανεξάρτητο σπιτάκι τους και την κυριακάτικη υπνηλία ενός ξεραμένου κήπου με νεκρά φύλλα. Κι αν κάνει την εμφάνισή του κι ο θαυμαστός καινούριος κόσμος, κάτι τέτοιο απροσδόκητο, α, μα τότε θα έχουν οπωσδήποτε χρόνο να προσαρμοστούν…. Θέλουν όμως, αυτή τη βδομάδα, τη σχεδόν μεταπολεμική πολυτέλεια να αγοράσουν ένα ηλεκτρικό τραινάκι για το παιδί, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο ο καθένας να φωτίσει τα δικά του καλοφροντισμένα προσωπάκια, που διαβαθμίζουν την αποξένωσή του, γνωστές φωτογραφίες που τώρα έχουν ζωντανέψει, με ωωω και ααα, αλλά όχι ακόμα, όχι εδώ στο σταθμό, δεν μπορούν να κάνουν εδώ καμιά από τις αναγκαίες χειρονομίες: ο Πόλεμος έχει απωθήσει, έχει θάψει αυτά τα απερίσκεπτα και καταστρεπτικά σήματα αγάπης. Τα παιδιά έχουν ξετυλίξει τα περσινά παιχνίδια κι έχουν βρει μετενσαρκωμένα κονσερβοκούτια Σπαμ, κι έχουν υποψιαστεί ότι αυτή ίσως είναι η άλλη και, ποιος ξέρει, αναπόφευκτη πλευρά του χριστουγεννιάτικου παιχνιδιού. Στους ενδιάμεσους μήνες ― εξοχικές άνοιξες και καλοκαίρια ― έπαιζαν με πραγματικά κονσερβοκούτια ― άρματα, αντιαρματικά, πολυβολεία, θωρηκτά αναπτύσσονταν ροζ, κίτρινα και γαλάζια στα σκονισμένα πατώματα σε αποθήκες ή καντίνες, κάτω από τα ράντζα ή τα ντιβάνια της εξορίας τους. Τώρα ήρθε πάλι η ώρα. Το γύψινο μωρό, τα βόδια τα πασπαλισμένα με χρυσόσκονη και τα πρόβατα με τα ανθρώπινα μάτια γίνονται ξανά αληθινά, η μπογιά ζωντανεύει και γίνεται σάρκα. Το να πιστεύουν δεν είναι ένα τίμημα που πρέπει να πληρώσουν ― συμβαίνει μόνο του. Αυτό είναι το Νέο Βρέφος. Τη μαγική νύχτα της παραμονής, τα ζώα θα μιλήσουν, και ο ουρανός θα είναι σαν γάλα. Ο παππούς κι η γιαγιά, που κάθε βδομάδα περίμεναν το Ραδιοφωνικό Γιατρό για να ρωτήσουν Τι είναι οι Αιμορροΐδες; Τι είναι το Εμφύσημα; Τι είναι η Καρδιακή Προσβολή; θα περιμένουν πέρα από τα όρια της αϋπνίας, σε ετοιμότητα, περιμένοντας το ετήσιο ανέφικτο όχι να συμβεί, αλλά με κάποιο τόσο δα κατάλοιπο ελπίδας ― αυτή είναι όντως η πλαγιά του λόφου, ο ουρανός μπορεί όντως να μας δείξει κάποιο φως ― σαν μια δυνατή συγκίνηση, μια καλή στιγμή που ήθελες πάρα πολύ, που δεν είναι τελείως απογοητευτική αλλά που απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί θαύμα … συνεχίζουν να αγρυπνούν τυλιγμένοι στα μάλλινά τους, με προσποιητή πίκρα, αλλά με το κατάλοιπο μέσα τους να περνάει από μια νέα χειμερινή ζύμωση κάθε χρόνο, κάθε φορά κάπως λιγότερο, αλλά πάντα έτοιμο για αναβίωση αυτή την εποχή…. Είναι σχεδόν γυμνοί πια, τα γυαλιστερά σακάκια και οι βραδινές τουαλέτες της εποχής της ακμής τους, τότε που έτρεχαν στις παμπ, έχουν εδώ και καιρό γίνει κουρέλια για να μονώνουν τους σωλήνες του ζεστού νερού και τις θερμάστρες των ιδιοκτητών, των ξένων, για να κρατάνε τις ταυτότητες των σπιτιών απέναντι στο χειμώνα. Ο Πόλεμος χρειάζεται κάρβουνο. Έχουν κάνει τα προτελευταία βήματά τους, έχουν παρακολουθήσει τις πιστοποιήσεις του Ραδιοφωνικού Γιατρού σχετικά με αυτά που ξέρουν για τα σώματά τους, και τα Χριστούγεννα είναι γυμνοί και αγαθοί κάτω από αυτό το μάλλινο, καταθλιπτικό, φτωχικό και γεροντίστικο φάσκιωμά τους. Τα ηλεκτρικά ρολόγια τους πάνε πιο γρήγορα, ακόμα και το Μπιγκ Μπεν θα πηγαίνει πιο γρήγορα τώρα μέχρι να φτάσει η καινούρια άνοιξη, όλα πάνε πιο γρήγορα, και κανείς άλλος δεν φαίνεται να καταλαβαίνει ή να νοιάζεται. Ο Πόλεμος χρειάζεται ηλεκτρισμό. Είναι ένα ζωηρό παιχνίδι, σαν Ηλεκτρική Μονόπολη, ανάμεσα στις ηλεκτρικές εταιρίες, την Κεντρική Επιτροπή Ηλεκτρισμού και άλλες πολεμικές υπηρεσίες, για να κρατήσουν την ώρα του ηλεκτρικού δικτύου συγχρονισμένη με την ώρα Γκρήνουιτς. Μέσα στη νύχτα, στα πιο βαθιά τσιμεντένια πηγάδια της νύχτας, δυναμό που η τοποθεσία τους είναι απόρρητη γυρίζουν ταχύτερα, και, σε ανταπόκριση, το ίδιο κάνουν και οι δείκτες των ρολογιών, σε σχέση με τα γέρικα, άυπνα μάτια ― μαζεύουν τα λεπτά τους με οξύ ήχο που η συχνότητά του ανεβαίνει πλησιάζοντας τον ίλιγγο της σειρήνας. Είναι το Τρελό Καρναβάλι της Νύχτας. Υπάρχει ευθυμία κάτω από τις σκιές των λεπτοδεικτών. Υστερία στα χλωμά καντράν ανάμεσα στους αριθμούς. Οι ηλεκτρικές εταιρίες μιλούν για φορτία, πολεμικές απορροφήσεις ενέργειας τόσο μεγάλες που τα ρολόγια θα ξαναπάνε πιο αργά, εκτός κι αν αυτό το νυχτερινό προβάδισμα υποσκελιστεί, αλλά τα φορτία που καθημερινά αναμένονται δεν εμφανίζονται, και το δίκτυο τρέχει βαθμιαία όλο και πιο γρήγορα, και τα γέρικα πρόσωπα στρέφονται προς τις προσόψεις των ρολογιών και σκέφτονται σκευωρία, και οι αριθμοί στροβιλίζονται προς τη Γέννηση του Χριστού, μια βία, ένας καινοφανής αστέρας στην καρδιά που θα μας αλλάξει όλους, θα μας ξαναγυρίσει στις ξεχασμένες ρίζες αυτού που είμαστε. Αλλά, πάνω από τη θάλασσα, η ομίχλη απόψε είναι ακόμα ένα μαργαριτάρι που σχηματίζεται απαλά. Πάνω στην πόλη σπινθηρίζουν βίαια οι λυχνίες βολταϊκού τόξου, φωτίζοντας πνιγμένα τις κεντρικές γραμμές των δρόμων, με φως πολύ λευκό για κερί, πολύ ψυχρό για ολοκαύτωμα … τα ψηλά κόκκινα λεωφορεία λικνίζονται, όλοι οι προβολείς των αυτοκινήτων βάσει κανονισμού ξεσκέπαστοι τώρα πια παρακάμπτουν, διασταυρώνονται, συγκρούονται και τυφλώνουν, μεγάλες ξεκομμένες χούφτες υγρασίας διέρχονται με τον άνεμο, ερημωμένες σαν τις παραλίες κάτω από τη μαργαρένια ομίχλη, που τα συρματοπλέγματά τους, που ποτέ δε γνώρισαν το εσωτερικό τσίμπημα του ρεύματος, που απλώς κάθονται παθητικά, σκουριάζοντας μέσα στη νύχτα, τώρα πλέκονται σαν υποβρύχιο γρασίδι, σε δακτυλίους, παγερά, κοφτερά σαν σκορπιοί, ενώ τα χωρίς αποτυπώματα μίλια άμμου πίσω από τα καταδρομικά, εγκαταλειμμένα από τα τελευταία καλοκαίρια της ειρήνης, που κάποτε πρόσφερε διακοπές στον παλιό κόσμο, κρασί και ελαιώνες και απογεύματα γεμάτα καπνό πίπας στην άλλη πλευρά του Πολέμου, τώρα έχουν απογυμνωθεί, σκουριασμένοι άξονες και υποστηρίγματα και μυρωδιά από την ίδια άλμη όπως και αυτή η παραλία που δεν μπορείς να περπατήσεις εξαιτίας του Πολέμου. Πάνω από τους λόφους, πέρα από τους προβολείς όπου τα αποδημητικά πουλιά το φθινόπωρο γέμιζαν τις ακτίνες κάθε νύχτα κι έμεναν εκεί μέχρι που έπεφταν από τον ουρανό εξαντλημένα, βροχή από νεκρά πουλιά, το εκκλησίασμα του απόδειπνου κάθεται στη χωρίς θέρμανση εκκλησία, τουρτουρίζοντας, άφωνο, ενώ η χορωδία ρωτάει: που είναι οι χαρές; Μα πού αλλού παρά εκεί όπου οι Άγγελοι ψάλλουν νέους ύμνους και οι καμπάνες σημαίνουν στην αυλή του Βασιλέως. Eia― ένας αλλόκοτος χιλιόχρονος στεναγμός ― eia, wärn wir da! να ήμασταν εκεί…. Οι κουρασμένοι άντρες και ο μαύρος πρωτοστάτης τους αγγίζουν όσο πιο μακριά μπορούν, όσο μακριά από τα προβατένια τους ρούχα όσο ο χρόνος τους αφήνει να ξεστρατίζουν. Έλα λοιπόν. Άσε τον πόλεμό σου για λίγο, το χάρτινο ή σιδερένιο πόλεμο, γεμάτο πετρέλαιο ή σάρκα, έλα μέσα με την αγάπη σου, το φόβο σου της ήττας, την εξάντλησή σου απ’ αυτόν. Όλη μέρα σε κατατρώει, σε καταναγκάζει, σε περιπαίζει, διεκδικεί την πίστη σου σε τόσα πράγματα που δεν είναι αλήθεια. Αυτός είσαι άραγε, το αμυδρά εγκληματικό πρόσωπο στην ταυτότητά σου, που η ψυχή του αρπάχτηκε από την κρατική φωτογραφική μηχανή καθώς το διάφραγμα έπεφτε σαν γκιλοτίνα ― ή ίσως αφέθηκε να μείνει πίσω μαζί με την καρδιά σου, στην Καντίνα της Εισόδου Σκηνής, όπου μετράνε τα έσοδα της βραδιάς, τα κορίτσια από την NAAFI, τα κορίτσια που τα λένε Αϊλήν, ταξινομούν προσεκτικά σε κατεψυγμένα διαμερίσματα τα σκληρά και ελαστικά καφεκόκκινα όργανα με την κίτρινη γαρνιτούρα λίπους ― πω-πω, Λίντα, έλα εδώ και πιάσε αυτό εδώ, βάλε το δάχτυλό σου μέσα στην καρδιακή κοιλία εδώ, είναι φοβερό, δουλεύει ακόμα…. Όλοι εκείνοι που δεν υποπτεύεσαι είναι μέσα στο κόλπο, όλοι εκτός από σένα: ο εφημέριος, ο γιατρός, η μητέρα σου που ελπίζει να κρεμάσει εκείνο το Χρυσό Αστέρι, η ανιαρή σοπράνο χθες το βράδυ στο Πρόγραμμα Εσωτερικού, ας μην ξεχνάμε τον κ. Νόελ Κάουαρντ, που τόσο στυλίστας και χαριτωμένος σχετικά με τον θάνατο και τη μετά θάνατο ζωή γέμιζε για τέταρτο συνεχή χρόνο το θέατρο Ντάτσες, τα παιδιά από το Χόλιγουντ να μας λένε πόσο υπέροχα είναι όλα εδώ, τι πλάκα που έχει, ο Γουόλτ Ντίσνεϊ να κάνει τον Ντάμπο τον ελέφαντα να γραπώνεται από εκείνο το φτερό όπως τόσα κουφάρια κάτω απ’ το χιόνι απόψε ανάμεσα στα ασπρισμένα άρματα, τόσα χέρια παγωμένα το καθένα γύρω από ένα Θαυμαστό Μετάλλιο, τυχερό κομμάτι φθαρμένο κόκκαλο, μισό δολάριο με το χαμογελαστό ήλιο να ξεπροβάλλει κάτω από το φόρεμα της Ελευθερίας, σφίγγοντας, αναίσθητα, όταν έπεσε εκείνη η 88άρα οβίδα ― τι λες, είναι παιδική ιστορία; Δεν υπάρχουν τέτοιες. Τα παιδιά έχουν φύγει κι ονειρεύονται, αλλά στην Αυτοκρατορία δεν υπάρχει θέση για όνειρα και εδώ απόψε είναι Μόνο για Ενήλικες, εδώ σ’ αυτό το κρησφύγετο με τις λάμπες να καίνε βαθιά, με προκάμβριες αναθυμιάσεις, ελκυστικές σαν μαγείρεμα, βαριές σαν καπνιά. Και 60 μίλια ψηλά, οι ρουκέτες κρέμονται εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή πάνω από τη σκοτεινή Βόρεια Θάλασσα πριν πέσουν, όλο και πιο γρήγορα, σε πορτοκαλιά θερμότητα, σαν Άστρα των Χριστουγέννων σε ανίσχυρη βουτιά στη Γη. Πιο χαμηλά στον ουρανό, οι ιπτάμενες βόμβες έχουν βγει κι αυτές έξω, μουγκρίζοντας σαν τον Εχθρό, ψάχνοντας ποιον να καταβροχθίσουν. Ο δρόμος για το σπίτι θα είναι μακρύς απόψε. Άκου το τραγούδι αυτών των ψευτο-αγγέλων, η μετάληψή σου ας είναι τουλάχιστον να ακούσεις, έστω κι αν δεν εκφράζουν τις ακριβείς ελπίδες σου, τον ακριβή, σκοτεινό σου τρόμο, άκου. Θα πρέπει να υπήρχε εσπερινός εδώ πολύ πριν την είδηση του Χριστού. Σίγουρα όσο υπήρχαν νύχτες τόσο άσχημες όσο η αποψινή ― κάτι για να αυξήσει την πιθανότητα μιας άλλης νύχτας που θα μπορούσε, με αγάπη και λαλήματα πετεινών, να φωτίσει το δρόμο για το σπίτι, να διώξει τον Εχθρό, να καταστρέψει τα σύνορα ανάμεσα στις χώρες μας, στα σώματά μας, στις ιστορίες μας, που είναι όλες ψεύτικες, για το ποιοι είμαστε: γι’ αυτή τη μία νύχτα θα μείνει μόνο ο φωτεινός δρόμος για το σπίτι και η ανάμνηση του βρέφους που είδες, του τόσο εύθραυστου, υπάρχουν πολλά σκατά σ’ αυτούς τους δρόμους, καμήλες και άλλα κτήνη κινούνται βαριά απ’ έξω, κάθε οπλή μια πιθανότητα να τον συντρίψει, να τον κάνει απλώς άλλον ένα Μεσσία, και σίγουρα κάποιος εδώ γύρω ήδη στοιχηματίζει γι’ αυτό, ενώ εδώ σ’ αυτή την πόλη οι Εβραίοι δωσίλογοι πουλάνε χρήσιμα κουτσομπολιά στις Αυτοκρατορικές Μυστικές Υπηρεσίες, και ντόπιες πουτάνες κρατάνε ευτυχισμένους τους εισβολείς με την ακροποσθία, χρεώνοντάς τους όσο πιο πολλά μπορούσαν, ακριβώς όπως και οι πανδοχείς, που φυσικά είναι καταχαρούμενοι μ’ αυτή την ιστορία με τις ληξιαρχικές πράξεις, και πάνω στην πρωτεύουσα αναρωτιούνται αν θα ‘πρεπε, ίσως, να δώσουν σε όλους από έναν αριθμό, ναι, κάτι για να βοηθήσουν τη Σύγκλητο στην τήρηση των αρχείων της … και τώρα, Ηρώδης ή Χίτλερ, παιδιά μου (οι εφημέριοι εδώ στην επαρχία είναι αρρενωποί, σκληρά καρύδια και γερά ποτήρια), τι σόι κόσμος είναι αυτός («Ξέχασες τον Ρούζβελτ, παπά», φτάνουν οι φωνές από πίσω, ο καλός παππούλης δεν μπορεί να τους δει, τον βασανίζουν, αυτοί οι εκμαυλιστές, ακόμα και στα όνειρά του: «Τον Γουέντελ Γουίλκι!» «Τι θα’ λεγες για τον Τσώρτσιλ;» «Τον Χάρι Πόλιτ!») που ένα μωρό έρχεται με τα 3,5 κιλά του και νομίζει πως θα τον λυτρώσει, ε, μα πρέπει να το κοιτάξει κάποιος ψυχίατρος….

Αλλά στο δρόμο για το σπίτι απόψε εύχεσαι να τον είχες σηκώσει, να τον είχες κρατήσει για λίγο. Απλώς να τον είχες κρατήσει, πολύ κοντά στην καρδιά σου, με το μάγουλό του κοντά στη γούβα του ώμου σου, κοιμισμένο. Σαν να ήσουν εσύ αυτός που, κατά κάποιον τρόπο, θα μπορούσες να τον σώσεις. Χωρίς να νοιάζεσαι, προς στιγμήν, με ποιο όνομα έχεις καταγραφεί. Προς στιγμήν, τουλάχιστον, χωρίς να είσαι πια αυτός που οι Καίσαρες λένε πως είσαι.

O Jesu parvule,
Nach dir ist mir so weh…

Έτσι, αυτή η ετερόκλητη ομάδα ανθρώπων, αυτοί οι εξόριστοι και τα καυλωμένα παιδιά, οι σκυθρωποί πολίτες που κλήθηκαν μεσήλικες στα όπλα, άντρες που παχαίνουν παρά την πείνα τους, γεμάτοι αέρια εξαιτίας της, στα πρόθυρα έλκους, βραχνοί, με μύτες που τρέχουν, κόκκινα μάτια, ερεθισμένους λαιμούς, άντρες πρησμένοι από το κάτουρο, που υποφέρουν από μεσόπονους και είναι μεθυσμένοι όλη τη μέρα, που εύχονται το θάνατο για τους αξιωματικούς που πραγματικά μισούνε, άντρες που τους έχεις δει να περπατάνε αγέλαστοι στις πόλεις αλλά τους έχεις ξεχάσει, άντρες που ούτε εκείνοι σε θυμούνται, ξέροντας ότι θα ’πρεπε να παίρνουν κανέναν υπνάκο, αντί να είναι εδώ δίνοντας συναυλία για ξένους, σου προσφέρουν αυτό τον εσπερινό, που τώρα κορυφώνεται με το ανιόν κομμάτι κάποιας αρχαίας σκάλας, οι φωνές αλληλοκαλύπτονται τριπλές και τετραπλές, ψηλά, αντηχώντας, γεμίζοντας ολόκληρο το εσωτερικό της εκκλησίας ― δεν υπάρχει ψεύτικο βρέφος, δεν υπάρχει αναγγελία της Βασιλείας, ούτε καν μια προσπάθεια να ζεστάνουμε ή να φωτίσουμε αυτή τη φρικτή νύχτα, μόνο, γαμώτο μας, η άθλια υποχρεωτική κραυγούλα μας, το μέγιστο άπλωμα του χεριού μας ― Δόξα τω Θεώ! ― για να το πάρεις πίσω στην πολεμική σου διεύθυνση, την πολεμική σου ταυτότητα, διασχίζοντας τα χιονισμένα ίχνη από παπούτσια και λάστιχα φτάνοντας τελικά στο δρόμο που πρέπει να δημιουργήσεις μόνος σου, ολομόναχος στο σκοτάδι. Είτε το θες είτε όχι, όποιες θάλασσες κι αν έχεις περάσει, αυτός είναι ο δρόμος για το σπίτι….

Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, σελίδες 174-187. Εκδόσεις Χατζηνικολή.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: