Πιντσονικά Χριστούγεννα, μέρος Α’: Γιορτή

Οι χιονόμπαλες έχουν διανύσει τα τόξα τους, έχουν στολίσει σαν αστέρια τα πλευρά των εξωτερικών κτισμάτων, όπως και των εξαδέλφων, έχουν κάνει τα καπέλα να πετάξουν μέσα στον ζωηρό άνεμο που φυσά από το Ντέλαγουερ ― τα έλκηθρα μεταφέρονται μέσα στο σπίτι και οι ολισθητήρες τους στεγνώνονται με προσοχή κι αλείφονται με λίπος, τα παπούτσια αφήνονται στο πίσω χολ, γίνεται ένας ορυμαγδός από πόδια μέσα σε κάλτσες που κατεβαίνουν προς την τεράστια κουζίνα, όπου επικρατεί φούρια από το πρωί, με τα καπάκια από διάφορα καζάνια και κατσαρόλες να κουδουνίζουν, με ευωδιές από μπαχαρικά, ξεφλουδισμένα φρούτα, λίπος, λιωμένη ζάχαρη ― τα παιδιά, αφού κατάφεραν, στο πέρασμά τους ανάμεσα στα ρυθμικά χτυπήματα της ζύμης και των κουταλιών, να πάρουν ό,τι μπορούσαν, πηγαίνουν, όπως κάθε απόγευμα σε όλη τη διάρκεια αυτής της χιονισμένης σαρακοστής των Χριστουγέννων, σε ένα άνετο δωμάτιο στο πίσω μέρος του σπιτιού που έχει από καιρό παραδοθεί στις ανέμελες εφόδους τους. Εδώ έχουν βρει την τελική τους θέση ένα μακρύ και σημαδεμένο τραπέζι από πριονίδι με δυο αταίριαστους πάγκους, από το παρακλάδι της οικογένειας που έμενε στην κομητεία του Λάνκαστερ ― μερικά δεύτερης διαλογής έπιπλα στο στυλ του Τσίπεντεϊλ, ανάμεσά τους μια παραλλαγή του διάσημου κινέζικου σοφά, με έναν ουρανό από άφθονο μωβ ύφασμα που μπορεί να τραβηχτεί ολόγυρα και να σχηματίσει μια άνετη, σκοτεινή σκηνή ― κάποιες σκόρπιες καρέκλες που ήρθαν από την Αγγλία πριν τον πόλεμο ― κυριαρχούν το πεύκο και η κερασιά, και δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου μαόνι, εκτός από ένα καταχθόνιο και υπέροχο τραπέζι για χαρτιά με το φτηνότερο σχέδιο κυματιστών νερών, που οι ξυλουργοί αποκαλούν Περιπλανώμενη Καρδιά και που δημιουργεί μια ψευδαίσθηση βάθους, μέσα στο οποίο τα παιδιά έχουν απορροφηθεί πολλές φορές, με το ίδιο βλέμμα με το οποίο κοιτάζουν και τις εικονογραφημένες σελίδες των βιβλίων … μαζί με τόσους μεντεσέδες, συρταρωτές υποδοχές, κρυφές πετούγιες και μυστικά ντουλαπάκια που ούτε τα δίδυμα ούτε η αδελφή τους μπορούν να πουν ότι έχουν εξερευνήσει πλήρως. Στον τοίχο, εξόριστος σ’ αυτό το άντρο των απομιμήσεων, επειδή θύμιζε μια εποχή που θα ήταν καλύτερα να μείνει ξεχασμένη, ήταν κρεμασμένος ένας καθρέφτης που αντανακλούσε σχεδόν όλο το δωμάτιο ― το χαλί και τις κάπως φθαρμένες κουρτίνες, το γάτο το Μουστάκια να περπατά κάτω από τα έπιπλα κοιτάζοντας ολόγυρα με μάτια που κινούνται αστραπιαία προς οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει σχέση με φαγητό ― μέσα σ’ ένα σκαλιστό πλαίσιο που τιμούσε τη μνήμη του «Μισκιάντσα», εκείνου του αποχαιρετιστήριου χορού που διοργάνωσαν το ’77 οι Βρετανοί που είχαν την πόλη στην κατοχή τους, λίγο πριν την αποχώρησή τους από τη Φιλαδέλφεια.
Αυτή την περίοδο των Χριστουγέννων του 1786, με τον πόλεμο να έχει πια εδραιωθεί και το έθνος να διασπάται σε κομμάτια που αντιμάχονται το ένα το άλλο, αρχίζουν να πονούν τραύματα σωματικά και ψυχικά, μεγάλα και μικρά, που συχνά δεν εξιστορούνται, ούτε καν αναφέρονται. Το χιόνι καλύπτει όλη τη Φιλαδέλφεια, από το ένα ποτάμι ως το άλλο, και οι αντίπερα όχθες τους έχουν εξαφανιστεί πίσω από ένα παραπέτασμα παγωνιάς και ομίχλης, έτσι που η πόλη σήμερα μοιάζει με νησί στον ωκεανό. Οι λίμνες και οι ρεματιές έχουν παγώσει, και τα δέντρα λαμποκοπούν ως το τελευταίο τους κλαδάκι ― σαν νευρώνες από συμπυκνωμένο φως. Τα σφυριά και τα πριόνια έχουν σιγήσει, τα τούβλα είναι στοιβαγμένα σε χιονοσκέπαστους σωρούς, τα σπουργίτια βγαίνουν από τα καταφύγιά τους και χοροπηδούν σαν στίγματα πάνω στο χιόνι ― ο βραδινός ουρανός, με σύννεφα που μοιάζουν πια με μουντζούρες κιμωλίας, απλώνεται πάνω από το Νόρδερν Λίμπερτιζ, το Σπρινγκ Γκάρντεν και την Τζέρμανταουν, με το πρώιμο φεγγάρι του χλομό σαν το χιόνι που έχει μαζευτεί από τον άνεμο ―από τις καμινάδες βγαίνει καπνός, οι παρέες με τα έλκηθρα μαζεύονται μέσα στα σπίτια, οι ταβέρνες σφύζουν από ζωή ― παντού ρέει φρεσκοφτιαγμένος καφές, που μεταφέρεται μέσα σε μπροστινά και πίσω δωμάτια, ενώ το Μαδέιρα, που πάντα δημιουργούσε συνειρμούς σ’ αυτά τα μέρη, τώρα έχει απλωθεί σαν αρχαίο ελιξίριο πάνω στο μπρίκι της πολιτικής που βράζει ― γιατί, αυτή τη σαρακοστή των Χριστουγέννων, οι εποχές είναι τόσο δύσκολο να υπολογιστούν όσο και η απόσταση ενός άστρου.

Μέισον & Ντίξον, σελίδες 11-12. Εκδόσεις Χατζηνικολή.

Advertisements

3 Responses to Πιντσονικά Χριστούγεννα, μέρος Α’: Γιορτή

  1. Ο/Η pynchonikon λέει:

    Αυτή είναι η πρώτη από μια σειρά πέντε αναρτήσεων με θέμα τα Χριστούγεννα μέσα από το βλέμμα του Πίντσον. Η τελευταία θα ανέβει στις 25 Δεκεμβρίου, όπως αρμόζει άλλωστε.

  2. Ο/Η basileios λέει:

    the five days of pynchon xmas 😉

  3. Ο/Η pynchonikon λέει:

    And the fifth shall be sublime. 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: